Monday, November 24, 2008

Οι νότες της καρδιάς

Βροχερή ήταν εκείνη η νύχτα, το θυμάται ακόμα καλά... Τη νύχτα που ενώ εκείνος είχε αποκοιμηθεί στο κρεβάτι, λίγο μετά τον έρωτά τους, η Ματίνα σαν χαμένη κοιτούσε τη βροχή να πέφτει στη σκοτεινή νύχτα έξω από το παράθυρο και μαζί με τη βροχή, τα μάτια της έσταζαν δάκρυα σιωπής και απελπισίας.

Τον ερωτεύτηκε πολύ τον Σταύρο, τόσο πολύ που μετά τον χωρισμό της από τον άνδρα της, ένιωσε και πάλι ζωντανή, μέσα από το ενδιαφέρον του. Τον άκουγε στο ραδιόφωνο, όταν εκείνος έπαιζε τις αγαπημένες του ροκ μουσικές στα ερτζιανά κύματα, στην εκπομπή του, σε έναν ανεξάρτητο ραδιοφωνικό σταθμό. Τον γνώρισε σε μια συναυλία ροκ, όταν κάθησαν δίπλα και εκείνη τον αναγνώρισε. Του έπιασε τη κουβέντα, του είπε πως ήταν θαυμάστριά του και πως της άρεσε πολύ η μουσική, έπαιζε κιόλας πιάνο που είχε μάθει σαν παιδί, αλλά από κει και πέρα ακολούθησε άλλον δρόμο στη ζωή της.

Παντρεύτηκε νέα, έκανε ένα παιδάκι, ένα αγόρι τον Αχιλλέα και ο άνδρας της, όπως συμβαίνει σε τέτοιες σχέσεις, πάτησε τα σαράντα και έφυγε από το σπίτι. Άλλαξε τη ζωή του με μιας, ασφυκτιόντας στη σχέση τους πια. Και η Ματίνα βρέθηκε να μεγαλώνει το παιδί μόνη της, να περνά τα βράδυα παρέα με το ποτό και το φεγγάρι στο βάθος και την μοναξιά της να την διαπερνά σαν σπαθί που αποκεφαλίζει τον κατάδικο. Ίσα που στεκόταν στα πόδια της πια στραγγιγμένη από τον θρήνο και αποκαμωμένη από τα αξημέρωτα ξενύχτια της με θέα το άπειρο κάπου εκεί μακρυά.

Η φωνή του Σταύρου και οι μουσικές του επιλογές ήταν συχνά η συντροφιά της, μελωδίες που την ταξίδευαν ή βασάνιζαν καθώς την έφερναν ένα βήμα πριν την απόγνωση ή τη λήθη κάθε φορά. Με το τσιγάρο στο χέρι, καθισμένη στο κρεβάτι, να φυσά στον αέρα τον καπνό που χανόταν στο δωμάτιο, ανάβοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, μη μπορόντας να ελέγξει το στρες της. Πέρασε καιρός έτσι, τόσος ώστε ο Αχιλλέας, ο γιός της, τη κοιτούσε μες τα μάτια και τη ρωτούσε τι έχει, για να εισπράξει ένα όμορφο ψέμα σαν δικαιολογία, κάθε φορά που το αγόρι ρωτούσε...

Κι ήταν η συγκεκριμένη συναυλία που η Ματίνα έβαλε μια αέρινη φούστα, ένα τζιν μπουφάν και τα σανδάλια της, σαν παιδί των λουλουδιών του '60, όπου η φωνή του Σταύρου έγινε εικόνα και η εικόνα άνθρωπος, από εκεί που δεν το φανταζόταν. Από κει και μετά άκουγε φανατικά την εκπομπή του Σταύρου κάθε βράδυ και την ηχογραφούσε κιόλας για να ακούει τη φωνή του ξανά και ξανά, σαν μια αχτίδα φωτός που έσκιζε έναν μουντό ουρανό!

Πήρε τηλέφωνο στον σταθμό και ζήτησε να πάει ως ακροάτρια στο στούντιο κιόλας. Η ημερομηνία κανονίστηκε και ένα βράδυ βρέθηκε να βλέπει από κοντά τον Σταύρο να κάνει εκπομπή εκεί μπροστά της, δίπλα της και να της χαμογελάει καθώς της αφιέρωσε ένα από τα τραγούδια που είχε επιλέξει να παίξει εκείνη τη νύχτα. Μετά έφυγαν μαζί και πήγαν για ποτό σε ένα ροκ μπαράκι στα Εξάρχεια.

Μιλούσαν με πάθος για την μουσική που τους εξέφραζε, για τα τραγούδια που είχαν σηματοδοτήσει τη ζώη τους, για τους έρωτες που στιγματίστηκαν από εκείνο το μοναδικό τραγούδι που τους περιέγραφε και τόσα άλλα που τους ενέπνεαν να μοιραστούν. Η ώρα περνούσε και η Ματίνα έπρεπε να φύγει για να πάρει το παιδί από την μητέρα της που το κρατούσε όσο εκείνη έλειπε. Ο Σταύρος προθυμοποιήθηκε να την πάει σπίτι γιατί η ώρα ήταν περασμένη. Την άφησε διακριτικά στην είσοδο του σπιτιού της και την χαιρέτησε, "θα τα ξαναπούμε" της είπε και έφυγε μέσα στη νύχτα.

Την πήρε τηλέφωνο την επόμενη μέρα, την ρώτησε αν κοιμήθηκε καλά και πότε μπορούσαν να συναντηθούν. Πήγαν για φαγητό με θέα τη θάλασσα και όσο συζητούσαν, τόσο η Ματίνα αισθανόταν τη καρδιά της να χτυπά δυνατά. Της άρεσε το δίχως άλλο αυτός ο άνδρας. Μετά το φαγητό και ενώ είχαν κατέβει για μια βόλτα στη παραλία καθώς ο ήλιος έδυε στον ορίζοντα, δώθηκε και το πρώτο φιλί, καθώς τα χείλη τους αγγίχτηκαν απαλά και ύστερα δυνατότερα καθώς φιλιόταν όσο ο ουρανός βαφόταν με πορφυρά χρώματα και εκείνοι αναστέναζαν γλυκά, κρατώντας ο ένας τον άλλον από το χέρι.

Με τη σκέψη της καρφωμένη σε αυτόν τον νέο άνδρα που τόσο την έλκυε, τα βράδυα της είχαν αλλάξει μορφή, καθώς περίμενε να τον ακούσει στην εκπομπή του κάθε βράδυ και ύστερα αργά μέσα στη νύχτα, να μιλήσουν στο τηλέφωνο και η Ματίνα να αισθάνεται πως τον είχε δίπλα της ενώ μιλούσαν.

Ο καιρός περνούσε και έφτασαν να βλέπονται ενώ είχε φτάσει το καλοκαίρι. Της πρότεινε να φύγουν για ένα σαββατοκύριακο σε ένα κοντινό νησάκι του Αιγαίου, να αλλάξουν παραστάσεις από τη μεγάλη πόλη που έμεναν. Πήραν το πλοίο και ξημερώματα Σαββάτου ήταν στον προορισμό τους. Με την θάλασσα να τους τυλίγει και το άσπρο των σπιτιών να γεμίζει τη ματιά σε αντίθεση με το γαλάζιο του ουρανού, χέρι χέρι, μαζί κολυμπούσαν στην αγκαλιά των υδάτων του Αιγαίου, μαζί περπατούσαν στα σοκάκια της Χώρας, μαζί έπιναν το ποτό τους με θέα το ηλιοβασίλεμα και μαζί οδηγήθηκαν στη κάμαρή τους, στο στούντιο που είχαν νοικιάσει για την παραμονή τους εκεί.

"Ματίνα, σ' αγαπώ..." της είπε ο Σταύρος κοιτάζοντάς την στα μάτια, όταν χαλάρωσαν μετά το ερωτικό τους σμίξιμο στο κρεβάτι. "Θέλεις να με παντρευτείς, θέλω να κάνω παιδιά και οικογένεια μαζί σου" συνέχισε, ενώ της έσφιγγε το χέρι με δύναμη. Η Ματίνα τα έχασε, τον κοίταξε έκπληκτη γι' αυτήν του τη δήλωση. "Σ' αγαπώ και εγώ, πολύ, μα..." έκανε μια παύση. "Μα, τι Ματίνα?" της είπε εκείνος αγωνιόντας, "τι είναι?". "Μα εγώ δεν θέλω να ξαναπαντρευτώ και δεν θέλω να κάνω άλλα παιδιά, έχω τον Αχιλλέα, αυτός μου φτάνει!" του απάντησε. Ο Σταύρος τράβηξε το χέρι του από το δικό της και έσκυψε σκεφτικός "δεν μ' αγαπάς Ματίνα... γιατί αλλιώς..." "Σε παρακαλώ κατάλαβέ με, δεν είμαι εγώ για οικογένεια, δεν μπορώ να ξανακάνω τα ίδια λάθη ακόμα μια φορά στη ζωή μου..." και δάκρυα καυτά κύλησαν από το ροδαλό της μάγουλο. Έσκυψε το κεφάλι της και δεν μίλησε άλλο. Την πήρε το ξημέρωμα να αγναντεύει το πέλαγο από το μπαλκόνι του διαμερίσματος, ενώ ο Σταύρος κοιμόταν στο δωμάτιο.

Το πρωί, εκείνη ήταν κομμάτια και όταν ο Σταύρος της ζήτησε να ξανασκεφθεί την πρότασή του, εκείνη έγνεψε απλά συγκαταβατικά και του είπε ένα ξέπνοο "καλά" για να κλείσει η συζήτηση. Ο έρωτάς της για εκείνον δυνάμωνε ολοένα και περισσότερο και δεν ήθελε να τον χάσει από τη ζωή της, ήταν για την ίδια αυτό που αναζητούσε από καιρό...

Η Ματίνα έφυγε διακοπές με τον μικρό Αχιλλέα όταν έκλεισαν τα σχολεία και τελείωσε και εκείνη με την διδασκαλία των μαθητών της. Δυό μήνες αργότερα, επέστρεψε στην Αθήνα για να ανασυγκροτηθεί και να ξεκινήσει και πάλι η καθημερινότητά της στη πόλη. Επεδίωξε να τον δει, να περάσουν χρόνο μαζί μιας και όσο έλειπε εκτός, η επικοινωνία της με τον Σταύρο ήταν μόνο τηλεφωνική. "Πάω στο χωριό να δω τους δικούς μου, θα έλθεις?" της πρότεινε καθώς ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για τα πάτρια εδάφη. "Ευκαιρία να σε γνωρίσουν οι δικοί μου, τους έχω μιλήσει για σένα" πρόσθεσε και περίμενε την απάντησή της. Η Ματίνα πάγωσε ξανά καθώς επέστρεψε στο μυαλό της η πρόταση γάμου που της είχε κάνει λίγο καιρό πριν. Αρνήθηκε και του είπε πως δεν ήτνα έτοιμη για κάτι τέτοιο. "Θα βρεις κάποτε μια καλή κοπέλα και τότε να πας να την γνωρίσεις στους δικούς σου" του είπε ξανά, μα εκείνος ήταν ανένδοτος "αφού εσένα αγαπάω βρε Ματινάκι, δεν το καταλαβαίνεις? Είναι τόσο παράλογο αυτό που σου ζητάω?" την κοίταξε με παραπονεμένο ύφος ενώ της έλεγε.

Η Ματίνα δεν πήγε στο χωριό μαζί του τελικά, την έτρωγε μέσα της το δίλημμα, μα δεν υποχωρούσε στην άποψή της. Έλεγε και σε μια φίλη της μάλιστα, πως ήθελε να τον δει να κάνει σχέση με μια κοπέλα που θα ήθελε να παντρευτούν, όμως από την άλλη τον ήθελε μόνο δικό της, σε εκείνα τα παράλογα παιχνίδια του μυαλού που μόνον ο έρωτας ξέρει να παίζει στο κεφάλι ενός ερωτευμένου ανθρώπου. Επιστρέφοντας ο Σταύρος, προφασιζόταν δουλειά και έτσι δεν συναντιόταν πια τόσο συχνά όσο παλιότερα. Εκείνη το κατάλαβε πως κάτι συνέβαινε και κάποια στιγμή, ενώ τον έπαιρνε τηλέφωνο και δεν το σήκωνε, του έστειλε ένα μήνυμα "Γιατί με αποφεύγεις Σταύρο? Συμβαίνει κάτι?" και πάλι απάντηση δεν πήρε.

Μπήκε ξανά ο Σεπτέμβρης, άρχισαν τα σχολεία και η εργασιακή πραγματικότητα της Ματίνας επανήλθε σε γνώριμους ρυθμούς. Ο Αχιλλέας την απασχολούσε με τα μαθήματά του και εκείνη ακόμα δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της τον Σταύρο. Οι επαφές τους είχαν αραιώσει αρκετά και μιλούσαν πια πολύ πιο αραιά. Η Ματίνα άρχισε πάλι να περνά εκείνες τις ατέλειωτες νύχτες αγρυπνίας, που με το τσιγάρο και το ποτό στο χέρι, καθόταν στο κρεβάτι της, άνοιγε το ραδιόφωνο και άκουγε την εκπομπή του, καθώς η καρδιά της πήγαινε να σπάει στο άκουσμα της φωνής του στο μικρόφωνο.

Ένα βράδυ δεν άντεξε και πήγε στο στέκι που ήξερε πως σύχναζε ο Σταύρος μετά την εκπομπή, ένα μπαράκι στο κέντρο της πόλης. Μπήκε μέσα βρεγμένη από τη βροχή που ήδη είχε αρχίσει να πέφτει και τον βρήκε να κάθεται με την παρέα του και να πίνουν στο μπαρ. "Ματίνα, τι κάνεις εσύ εδώ?" τη ρώτησε καθώς την είδε να έρχεται προς το μέρος του. "Σε θέλω, αφού το ξέρεις πως σε θέλω, γιατί δεν μου απαντάς στα τηλέφωνά μου" του είπε με απόγνωση. Την κοίταξε στα μάτια και την πήρε αγκαλιά, ενώ ένιωθε την καρδιά της να χτυπά ακόμα δυνατότερα. Της χαίδεψε τα μαλλιά, το άγγιγμά τους τον τρέλλαινε ακόμα και τώρα, "θέλω να κάνω οικογένεια Ματίνα μου, δεν μπορώ να ξοδεύομαι σε σχέσεις δίχως αύριο" της είπε κοιτάζοντάς την μέσα στα υγρά της μάτια. "Σ' αγαπώ, Σταύρο, σ' αγαπώ..." του ψιθύρισε στο αυτί "δεν μπορώ χωρίς εσένα..."


Kissing in the rain, image by nucita @ photobucket.com

Την πήρε από το χέρι και έφυγαν για το σπίτι του, όταν έφτασαν έβαλε την αγαπημένη του μουσική που του άρεσε να τους συνοδεύει όταν έκαναν έρωτα και την οδήγησε στη κρεβατοκάμαρα. Τρυφερά της έκανε έρωτα όπως και πρώτα, ενώ εκείνη άφηνε να κυλήσει ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού της, καθώς εκείνος βρισκόταν από πάνω της και την φιλούσε. Έκαναν έρωτα και τα κορμιά τους ενώθηκαν για μια ακόμη φορά σε μιαν αδιάψευστη ενότητα, τόσο γνώριμη και τόσο διαφορετική από την προηγούμενη. Η μουσική στο βάθος ακουγόταν και συνόδευε τις αναπνοές της καθώς το πάθος καταλάγιαζε και εκείνος της έδινε ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο, πριν ξαπλώσει δίπλα της.

Βροχερή ήταν εκείνη η νύχτα, το θυμάται ακόμα καλά... Τη νύχτα που ενώ εκείνος είχε αποκοιμηθεί στο κρεβάτι, λίγο μετά τον έρωτά τους, η Ματίνα σαν χαμένη κοιτούσε τη βροχή να πέφτει στη σκοτεινή νύχτα έξω από το παράθυρο και μαζί με τη βροχή, τα μάτια της έσταζαν δάκρυα σιωπής και απελπισίας.

Δεν έκατσε να κοιμηθούν μαζί, έτρεξε στο σπίτι της τα ξημερώματα, έφυγε αθόρυβα από κοντά του σαν κυνηγημένη, ενώ λυγμοί την έκαναν να αναταράσσεται καθώς η εικόνα του δεν έφευγε από μπροστά της, σαν φάντασμα ή είδωλο του άνδρα που αγάπησε. Ο Σταύρος δεν την ξαναπήρε τηλέφωνο, ούτε επεδίωξε να έχει επαφή μαζί της καθώς ο καιρός προχωρούσε και έμπαινε ο χειμώνας. Η Ματίνα αργότερα έμαθε από κοινούς γνωστούς πως ο Σταύρος είχε γνωρίσει μια νεότερή του κοπέλα και πως ήταν καλά μαζί. Όσο για εκείνη, περνούσε και πάλι τα βράδυα της στο κρεβάτι βάζοντας στο ραδιόφωνο την εκπομπή του, ενώ σχημάτιζε σύννεφα καπνού κοιτώντας το ταβάνι. Ο Σταύρος ήταν για πάντα δικός της, όσο το τραγούδι του έρωτά τους αντηχούσε ακόμα στα αυτιά της...

Μαριαλένα, 12-24/11/2008

7 comments:

stardust30 said...

..Και εγώ που ήλπιζα να έχει happy ending.. :((((
Γλυκόπικρες ιστορίες ζωής..

N.Ago said...

omorfes istories me empenysh. ksereis, exies talento, matia mou!

Marialena said...

@ Stardust: Γλυκόπικρη γεύση όπως ένα πικραμύγδαλο φίλε μου Αστεροσκονάτε, τι άραγε χρειαζόταν για να ζήσουν μαζί τον έρωτά τους οι πρωταγωνιστές της ιστορίας αυτής? Πόσο απέχει η ψευδαίσθηση από τη πραγματικότητα, πολύ ή ελάχιστα?

@ Ν.Ago: Λες βρε Νίκο μου? Μου αρέσει να εξιστορώ τις ιστορίες ανθρώπων που θα μπορούσαν να ζουν ανάμεσά μας, σαν να είμαστε μια παρέα φίλων, καλή ώρα και να ακούμε έναν παραμυθά να αφηγείται τις ιστορίες του, ενώ στο μυαλό μας σχηματίζονται εικόνες ανάλογες των λόγων του... έτσι μου αρέσει!

stardust30 said...

Ελάχιστα φιλενάδα.. Ελάχιστα..

Marialena said...

@ Stardust: Το ξέρω καλά αυτό που λες, το έχω βιώσει στο πετσί μου από τότε που ο έρωτας μπήκε και βγήκε τόσες φορές στη ζωή μου...

panagiota said...

...Ο Σωτήρης δεν την ξαναπήρε τηλέφωνο, ούτε επεδίωξε να έχει επαφή μαζί της καθώς ο καιρός προχωρούσε και έμπαινε ο χειμώνας...

Ποιος διαβολάκος μπήκε στο τυπογραφείο και μετέτρεψε τον Σταύρο σε Σωτήρη?

Θα καταπιώ τον πικρό κόμπο στον λαιμό αγαπημένη μου Μάρλεν και θα σου πω για άλλη μια φορά πως ακόμα δεν ξέρω γιατί δεν παντεύτηκα τον Σωτήρη.

"ο Αχιλλέας λεγόταν Μαρία. Τα ερτζιανά εξέπεμπαν από εμπόλεμες χώρες και το τραγούδι που άκουγε η Ματίνα ήταν το road to hell του Chris Rea όταν τον έψαχνε μέσα στις φλόγες του Κόλπου...

Λογοπλάστη μου φιλιά πολλά
Να'ξερες πόσα μου θύμησες αγάπη μου

Marialena said...

Έλα βρε Γιωτούλα μου, σε ευχαριστώ για την επισήμανση, γιατί περί τυπογραφικού λάθους πρόκειται, καθώς έγραψα λάθος το όνομα του ήρωα, μπερδεύοντάς το με άλλο όνομα από Σ... καμμία σχέση, το διόρθωσα τώρα, να σαι καλά! Ας όψεται η νυξ (της νυκτός) και τα καμώματά της για το ολίσθημα.

Που να ξερα φιλενάδα μου, πως θα σου θύμιζε αυτή η μυθοπλασία τόσα πολλά, από τη μια χαίρομαι, από την άλλη όμως σκίρτησε πάλι η καρδιά σου με τον δικό σου ήρωα αυτή τη φορά που ήταν καθόλα πραγματικός...

Ούτε και εγώ ξέρω γιατί δεν παντρεύτηκες αυτόν τον σημαντικό άνθρωπο στη ζωή σου. Να τολμήσω να πω, γιατί ήταν στα γραμμένα της Μοίρας να μην γίνει έτσι? Ίσως γιατί και εσύ όπως η δική μου ηρωϊδα, δίστασες να μπεις πάλι στο ίδιο λούκι έχοντας μαζί σου ένα παιδί, ίσως γι' αυτό.

Αχ, κοριτσάκι μου ας είναι ανεπαίσθητες οι θύμησες των παλιών αγαπημένων, αν και δεν είναι πάντα έτσι, προσωρινή και αναίσχυντη είναι η λήθη μέχρι να προδωθεί από την ίδια μας τη καρδιά ξανά και ξανά.

Σε φιλώ...