Showing posts with label samurai. Show all posts
Showing posts with label samurai. Show all posts

Thursday, May 17, 2007

Ο Σαμουράι και ο Δράκος (μέρος 2ο)



Ο σαμουράι αντίκρυζε επιτέλους εμπρός του τον φοβερό δράκοντα, να στέκεται σαν απόκοσμη φιγούρα απέναντί του, έτοιμος να του επιτεθεί. Το αίμα στις φλέβες του κυλούσε μανιασμένα, καθώς τα μάτια διαστέλλονταν από τον φόβο και την αγωνία για το απροσδόκητο. Το σπαθί στο χέρι του ήταν έτοιμο να υπερασπιστεί την ακεραιτότητα του σαμουράι, στη μάχη κατά του τρομερού τέρατος.

Με φλόγες να βγαίνουν από τα ρουθούνια του, ο δράκος αργά αργά πλησίαζε προς το μέρος του σαμουράι. "Ξέρεις, δεν είσαι ο πρώτος που επιχείρησε να με αντιμετωπίσει" του είπε με φωνή που έβγαινε από τα έγκατα της γης. "Κανείς δεν γύρισε πίσω νικητής, ετοιμάσου τώρα είναι η σειρά σου να πεθάνεις..." συνέχισε να λέει το τέρας απτόητο.

"Δεν θα με σκοτώσεις, δεν ήλθα για να πεθάνω εδώ, είσαι πολύ γελασμένος" απάντησε σφίγγοντας τα δόντια ο σαμουράι. "Θα σε νικήσω!" πρόσθεσε αποφασιστικά, "ή τουλάχιστον θα προσπαθήσω", σκέφθηκε μέσα στο μυαλό του.

Και τότε, εκεί που ετοιμαζόταν ο σαμουράι να χτυπήσει το δράκοντα με το σπαθί του, ξεπρόβαλλε εμπρός του μια μορφή οικεία: ο Δάσκαλος! "Δάσκαλε, εσύ είσαι, βλέπουν καλά τα μάτια μου?" ρώτησε ο σαμουράι. Η μορφή του χαμογέλασε και του ένεψε καταφατικά. "Εγώ είμαι παιδί μου..." απάντησε. "Δάσκαλε, έχω να αντιμετωπίσω τον δράκο τον φοβερό, χρειάζομαι τη βοήθειά σου" είπε με ένταση ο σαμουράι. "Το δράκο, χμ, πολύ φοβάμαι παιδί μου, πως δεν είσαι σε θέση να αντιμετωπίσεις το θεριό", έκανε ο δάσκαλος και σώπασε. "Γιατί δάσκαλε, γιατί το λες αυτό?" ρώτησε ο σαμουράι.

"Γιατί δεν είσαι ικανός, γι' αυτό..." απάντησε ο δάσκαλος. "Μα δάσκαλε, πάντα προσπαθούσα σκληρά να γίνω αυτό που έγινα, πως μου γιατί μου το λες τώρα αυτό?" ρώτησε δειλά ο σαμουράι, "σε έχω ποτέ απογοητεύσει?" Μα τότε η μορφή του δασκάλου εξαφανίστηκε και ξεπρόβαλλε ξανά μπροστά του ο τρομερός δράκοντας. "Ώστε έτσι λοιπόν, δεν είμαι ικανός στα μάτια του δασκάλου μου", αναλογίστηκε ο σαμουράι στιγμιαία. "Γι' αυτό και γίνονται όλα αυτά εδώ, γιατί ο δάσκαλος δεν πιστεύει σε μένα". Το στομάχι του σαμουράι σφίχτηκε από την έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του. Είχε ζήσει αυτό το συναίσθημα ξανά και ξανά στο παρελθόν και τώρα πάλι η ίδια απογοήτευση.

Η αφοσίωσή του, η αγάπη στον δάσκαλό του τόσα χρόνια, η προσπάθειά του να γίνει ένας σωστός σαμουράι αμφισβητούνταν τώρα από τη μορφή που μόλις είχε εξαφανιστεί. "Θέλουν να πεθάνω, αυτό θέλουν?" αναρωτήθηκε θυμωμένος ο σαμουράι. "Όχι, δεν θα τους κάνω την χάρη, ούτε του δασκάλου μα ούτε και του δράκοντα. Θα βρω τρόπο να βγω νικητής από αυτή τη δοκιμασία, ό,τι και αν σημαίνει αυτό, ακόμα και αν είναι να χαθώ, δεν θα παραδωθώ αμαχητί..." σκέφθηκε και οπλίστηκε με όσο θάρρος ένιωθε πως είχε απομείνει μέσα του, ειδικά μετά την αποκάλυψη του οράματος.

"Δράκοντα, δεν είμαι εγώ ακόμα ένα από τα θύματά σου! Ετοιμάσου να πεθάνεις από το σπαθί μου" φώναξε στο αγριεμένο τέρας απέναντί του και όρμησε προς το μέρος του...

(...συνεχίζεται)

(c) Marialena, 15/04/2007

Monday, January 29, 2007

Ο σαμουράι κι ο δράκος

Ο Άρχοντας ήταν απόλυτος όταν τον κάλεσε στην Αίθουσα των Πολεμάρχων ένα κρύο χειμωνιάτικο απόγευμα. "Θα πας να σκοτώσεις τον δράκο", ανακοίνωσε στον Σαμουράι, "αυτή είναι η αποστολή σου". Ο Σαμουράι, έσκιψε το κεφάλι σε ένδειξη υποταγής στο θέλημα του Άρχοντα του. "Ξεκινώ αύριο με την αυγή, Άρχοντα" απάντησε και υποκλίθηκε καθώς έφευγε από την αίθουσα. "Ο δράκος πρέπει να πεθάνει" επανέλαβε επιτακτικά ο Άρχοντας καθώς η πόρτα από ριζόχαρτο έκλεινε πίσω από τον Σάμουραι.

Πίσω στη κάμαρά του, ο Σάμουραϊ, μάζεψε τα λιγοστά του πράγματα στο σακίδιο, γυάλισε το τιμημένο του σπαθί και κάθησε στη στάση του λωτού στο πάτωμα. Ήθελε να κάνει διαλογισμό για να οραματιστεί την αναμέτρηση με τον φοβερό δράκοντα. Εκείνος ήταν μονάχα ένας άνθρωπος και εκείνο ήταν το θεριό, που κανείς ποτέ δεν είχε νικήσει!

Το άλλο πρωί, έζεψε το άλογό του, πήρε τις προμήθειές του και έφυγε από το κάστρο του Άρχοντα μέσα στην ομίχλη. Θα ταξίδευε μέρες και νύχτες μέχρι να συναντήσει το δράκο. Με ήλιο, με βροχή, με κρύο, με αέρα, καβάλα στο πιστό του άλογο πήγαινε να βρει το πεπρωμένο του.

Πέρασε και από την καλύβα με τον γέροντα πατέρα του. Ήθελε να τον δει, πριν συνεχίσε τη πορεία του. Τον βρήκε να κάθεται στη μικρή καλυβίτσα, με αναμένη τη φουφού και το νερό να βράζει για τσαι στη φωτιά. Καλοσώρισες παιδί μου, τον χαιρέτησε ο πατέρας. Πατέρα... έκανε ο σάμουραϊ. Τι είναι παιδί μου, τι σε φέρνει στα μέρη μας? Πατέρα, ήλθε η ώρα να αντιμετωπίσω τον δράκο και ήθελα να στο πω, απάντησε ο σάμουραϊ. Ναι παιδί μου, ήλθε η ώρα, ψιθύρισε ο πατέρας. Πατέρα, θα τα καταφέρω πιστεύεις? Κανείς ποτέ δεν γύρισε από την αναμέτρηση μαζί του... ξεροκατάπιε ο πολεμιστής. Παιδί μου ακολούθα τη μοίρα σου, μόνο ο Θεός ξέρει τα μελλούμενα. Κάνε αυτό που πρέπει να κάνεις και θα γίνει αυτό που πρέπει να γίνει, έτσι λέγανε οι σοφοί δάσκαλοι παιδί μου.

Ο σάμουραϊ ήπιε το τσάι του και σε λίγη ώρα σηκώθηκε να φύγει. Πρέπει να φύγω πατέρα, το καθήκον με καλεί. Στο καλό παιδί μου, τα πνεύματα των συμπολεμιστών σου να είναι στο πλευρό σου. Πατέρα μπορεί να μην σε ξαναδώ... Το ξέρω, παιδί μου, μα δεν γίνεται αλλιώς. Είμαι περήφανος που είσαι γιός μου. Ο δράκος σε περιμένει, πήγαινε! τον αποχαιρέτησε ο πατέρας κουνώντας στοϊκά το κεφάλι.

Image Hosted by ImageShack.us
Mount Fudji

Ανέβηκε στο άλογο ο σαμουράι και χάθηκε στην ερημιά του δάσους μπροστά του. Οι θρύλοι έλεγαν πως ο δράκος κατοικούσε στο όρος Φούτζι μέσα σε μια απόκρυμνη σπηλιά και όταν διψούσε για αίμα, με τις φλόγες του κατάκαιγε τα πάντα στο πέρασμά του, χωρίς οίκτο για ανθρώπους και ζώα. Ο σαμουράι έφτασε στις παρυφές του ιερού βουνού μετά από μέρες ταξιδιού. Ένιωσε περίεργα αντικρύζοντας επιτέλους το Φουτζιγιάμα. Θα ήταν άραγε ο τάφος του εδώ ή θα επέστρεφε νικητής?

Άρχισε την ανάβαση στις γλυστερές πλαγιές του βουνού. Αφουκραζόταν κάθε ήχο, συριγμό και θόρυβο που άκουγε. Η νύχτα πλησίαζε, με δυσκολία έβλεπε πια που πήγαινε. Βρήκε κάτι δέντρα και άπλωσε μια κουβέρτα για να ξαπλώσει. Οι νυχτερίδες από πάνω του άρχισαν να φτερουγίζουν και η φωνή της κουκουβάγιας διατάρρασε την ησυχία του τοπίου.
Κοιμήθηκε με το νου του στο άγνωστο αυτόν χώρο μέχρι που άξαφνα ένιωσε το έδαφος να τρίζει. Ξύπνησε και έμεινε ακίνητος να ακούσει τι συμβαίνει. Βήματα βαριά έτριζαν το έδαφος και σείοταν όλη η γη καθώς πλησίαζε η βοή από τα βήματα. Ανάσα θηρίου ακουγόταν, που σε κάθε βήμα βαριανάσαινε.

Ο σάμουράι πήρε το σπαθί του στο χέρι και σηκώθηκε από τη θέση του χωρίς να κάνει θόρυβο. Έστεκε ακίνητος μέσα στο σκοτάδι και ένα ρίγος τον διαπέρασε καθώς τα μικρά ζώα του δάσους έφευγαν τρομαγμένα από τον θόρυβο. Κάτι μεγάλο πλησίαζε ήταν σίγουρος!
Σε λίγο, το έδαφος δονούταν σαν σεισμός και η ανάσα που ένιωθε ήταν πια κοντά του. Ο δράκος ήταν εκεί!

Με τα μάτια κολλημένα στο πελώριο θηρίο, ο σαμουράι έσφιξε το σπαθί στη παλάμη του. Δεν είχε άλλη επιλογή, η ώρα της αλήθειας, είχε φτάσει πια και για τους δυό...

(συνεχίζεται)

Tuesday, September 26, 2006

Η Ψυχή του Σάμουράι 3

Έφυγε ο Σαμουράι από το σπίτι, το φτωχικό καλυβάκι που συνάντησε τον Πατέρα και έφυγε για ταξίδι μεγάλο και απροσδιόριστο. Με μια μαγκούρα στο χέρι βάδιζε τον δρόμο του, μέρα και νύχτα. Το τοπίο είχε πάρει τα χρώματα του φθινοπώρου, γύρω μύριζε το νοτισμένο χώμα στις όχθες του ποταμού. Υγρασία παντού και ομίχλη.

Τα κόκκαλά του πονούσαν, βαριανάσαινε. Όμως σαν να μην ήξερε γιατί, συνέχιζε να περπατά μέχρι που τα πόδια του δεν τον βαστούσαν άλλο και έκανε το δισάκι του μαξιλάρι και ξάπλωνε κάτω από τα δέντρα. Κατάκοπος μια μέρα, βρήκε καταφύγιο στη κουφάλα ενός δέντρου. Η βροχή τον συντρόφευε συνέχεια τις τελευταίες μέρες, τώρα σαν ψιλόβροχο, τον έκανε να μπει μέσα στη κουφάλα και να πέσει για ύπνο.

Καθώς οι αντιστάσεις του ολοένα και χάνονταν καθώς αποκοιμόνταν, ονειρεύτηκε το ζεστό της χάδι, την γλυκειά ανάσα της να τον συντροφεύει στο προσκεφάλι του. Η μορφή της απροσδιόριστη, μα η αίσθησή γνωστή. Εκείνη! Αναστέναξε προσπαθώντας να βολευτεί μέσα στον κορμό του δέντρου. Την αναζητούσε μέσα στο όνειρο, έψαχνε να ξαναβρεί την αγάπη του για κείνη. Αναστατώθηκε και ξύπνησε ξαφνιασμένος. Το όνειρο είχε πια χαθεί μαζί με κείνο που ένιωσε. "Αγάπη μου!" ψιθύρισε και ανασκουμπόθηκε για να πάρει και πάλι τον δρόμο.

Ο δρόμος του φαινόταν διαφορετικός. Τα μάτια του σαν να μην έβλεπαν που πήγαιναν. Περπατούσε με ήλιο, μα για εκείνον μονάχα συννεφιά και θολούρα υπήρχε. Μα τι μου συμβαίνει, αναρωτήθηκε. Γιατί ο ήλιος δεν φέγγει στο διάβα μου? Έκλεισε τα μάτια και κει αντίκρυσε το σκοτάδι της ψυχής του. Έσκυψε το κεφάλι, κατάλαβε τι του συνέβαινε. Αυτό ήταν που έβλεπε, το έρεβος μέσα του. Μια ατελείωτη συννεφιά, ένα χάος. Έστεψε το βλέμμα προς τον ουρανό. Ο ήλιος ήταν ακόμα εκεί! Σήκωσε τα χέρια, Ουράνιε Πατέρα βοήθησέ με να βρω το Φως, βοήθησέ με σε παρακαλώ, δεν αντέχω άλλο σκοτάδι στη ψυχή... και τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του! Έμεινε εκεί γονατισμένος για ώρα. Βοήθησέ με να διώξω το σκοτάδι, βοήθησέ με!

(συνεχίζεται...)
(c) Marialena, 26/09/2006

Thursday, September 14, 2006

Η Ψυχή του Σάμουράι 2

Ο Σαμουράι έφτασε στη καλύβα του σοφού γέροντα. Μέρες ολάκερες περπατούσε μέσα από βουνά και ποτάμια, δάση και πεδιάδες, για να βρεθεί στου γέροντα τα μέρη. Θυμόταν από τότε που παιδί ακόμα, τον είχε υπό την προστασία του. Εκείνος του δίδαξε τις αξίες της ζωής, εκείνος ήταν ο πατέρας, ο φίλος, ο σύντροφος στα νεανικά του χρόνια.

Και τώρα, με βήματα αργά και κουρασμένα, έπαιρνε τον δρόμο για το ταπεινό εκείνο καλυβάκι που ζούσε ο γέροντας. Είχε αρχίσει να φθινοπωριάζει, τα δέντρα σιγά σιγά φυλλοροούσαν στο διάβα του. Η μυρωδιά από το νοτισμένο χώμα τρύπαγε τα ρουθούνια του Σάμουραι. Ο ήλιος έπαιζε κρυφτό με τα σύννεφα και τα δέντρα που συναντούσε. Περπατούσε και πήγαινε χωρίς να ξέρει πόσο, χωρίς να σκέφτεται κάτι άλλο παρά τον προορισμό του.

Ξημέρωσε κάποτε η μέρα ετούτη που τα βήματα του τον έφεραν στο μονοπάτι που οδηγούσε στη καλύβα. Γύρω του το ίδιο δέντρο στην αυλή, παρακάτω το ίδιο ρυάκι. Η πόρτα. Χτύπησε το ξύλο, η πόρτα άνοιξε, ο γέροντας καθόταν ήσυχα στο σκαμνάκι του. Παιδί μου, του φώναξε! Πατέρα... έκανε ο Σαμουράι, με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση. Πέταξε στο πάτωμα τον οπλισμό του και έτρεξε να αγκαλιάσει τον Γέροντα. Παιδί μου, παιδί μου, καλοσώρισες! και δάκρυα χαράς έτρεχαν από τα μάτια τους.

Τι σε φέρνει παιδί μου εδώ, ρώτησε ο γέροντας καθώς λίγο μετά έπιναν ένα ζεστό ρόφημα από βότανα του βουνού. Ο Σαμουράι δεν απάντησε, παρά έσκυψε το κεφάλι στο πάτωμα. Τι σου συμβαίνει, πες μου, μη φοβάσαι, είπε ο γέροντας καθώς του έπιασε το χέρι. Με μάτια σβησμένα, ψέλλισε ο Σαμουράι, Πατέρα, χάνω τη ψυχή μου, πατέρα. Σβήνει το Φως μέσα μου πατέρα και ήλθα να το ξαναβρώ... Βοήθησέ με πατέρα, υποφέρω...

Image Hosted by ImageShack.us

Μην ανησυχείς παιδί μου, έκανε ο γέροντας, το Φως δεν φεύγει, εμείς δεν μπορούμε να το δούμε κάποιες στιγμές. Έχε πίστη στον εαυτό σου παιδί μου. Δεν ξέρω τι είμαι πατέρα, τι θέλω, τι κάνω πια, φοβάμαι πως τράβηξα το λάθος μονοπάτι και τώρα...
...και τώρα τι, παιδί μου, μη φοβάσαι τίποτα δεν έχει συμβεί. Ξεκουράσου και όλα θα γίνουν, ξεκουράσου.

Μέρες και νύχτες πέρασαν που πατέρας και γιός έμεναν μαζί στη καλύβα, μέσα στη σιωπή. Δεν χρειαζόταν να μιλάνε, ήξερε ο σοφός γέροντας πως η σιωπή γιατρεύει και τον άφηνε να βυθιστεί σε αυτήν. Ο Σάμουραι πάλευε με τις σκέψεις του, τους εφιάλτες του, τις πράξεις του, μα ο στοργικός πατέρας ήταν πάντα εκεί να σταθεί στο πλάι του.

Ο καιρός πέρασε και το φθινόπωρο τώρα είχε μπει για τα καλά στην άκρη αυτή του κόσμου. Πατέρα, είπε μια μέρα ο Σάμουράι. Τι είναι παιδί μου, ρώτησε ο γέροντας. Πατέρα, το Φως πατέρα, το Φως ξαναγύρισε! Ναι παιδί μου, εσύ του άφησες χώρο για να ρθει... Πατέρα, η αγάπη σου πατέρα, το έκανε αυτό. Η αγάπη παιδί μου, πάντα το κάνει αυτό, να το θυμάσαι, απάντησε ο γέροντας. Πατέρα σ' ευχαριστώ... όχι εμένα παιδί μου, τον Θεό να ευχαριστείς για τη Χάρη του, όχι εμένα! Πατέρα η αγάπη με γιάτρεψε!
Μην το ξεχάσεις αυτό παιδί μου, μην το ξεχάσεις!

Το κρύο στην ατμόσφαιρα ήταν πια αισθητό. Η φωτιά έκαιγε μέρα και νύχτα στο καλυβάκι. Ο Σαμουράι, πήρε από την άκρη που είχε πετάξει την αρματωσιά του καιρό πριν και την φόρεσε. Πατέρα, φεύγω. Στο καλό παιδί μου. Πατέρα θα ξαναγυρίσω κάποτε. ΄Οποτε θες παιδί μου, δεν έχεις παρά να ξαναγυρίσεις εκεί που η καρδιά νιώθει αγάπη και τότε θα γυρίζεις πάντα εδώ, όσο μακρυά και αν είσαι. Πατέρα σ' αγαπώ! ...και γω παιδί μου, σ' αγαπώ, ο Θεός μαζί σου!

(...συνεχίζεται)
(c) Marialena, 14/09/2006

Saturday, June 17, 2006

Παραμύθι για μεγάλα παιδιά

Ο πολεμιστής στην έρημο

Πλησίαζε μεσημέρι, μεσημέρι καλοκαιριού, με έναν ήλιο που διαπερνούσε το δέρμα και έκαιγε τη σάρκα σαν πυρωμένο σίδερο. Ο πολεμιστής περπατούσε στη μέση της ερήμου, χωρίς να ξέρει που πηγαίνει, μα δεν είχε και άλλη επιλογή παρά να προχωρά.

Εκεί που ο δρόμος έδειχνε πως δεν τελειώνει, εμφανίστηκε στο βάθος μια όαση. Μια συστάδα δέντρων τροπικών, ήταν αρκετή για να δημιουργήσει μια ανέλπιστη εικόνα στη μέση του πουθενά. Καθώς πλησίαζε άκουσε το κελάηδισμα κάποιων πουλιών και νερό να τρέχει από έναν βράχο. Δεν πίστευε στα αυτιά του! Επιτέλους ζωή εκεί που δεν το περίμενε! Τα δέντρα πανύψηλα, σαν να είχαν φυτρώσει εκεί αιώνες τώρα, άπλωναν τη σκιά τους καταμεσής της όασης, προσκαλώντας τον να αναπαυθεί.

Εκείνος, ταλαιπωρημένος όπως ήταν από το οδοιπορικό του, άφησε τα όπλα του κι έτρεξε πρώτα να πιει νερό από την πηγούλα που ανάβλυζε το πολύτιμο περιεχόμενό της από την σχισμάδα ενός βράχου. Έκανε να βάλει το χέρι του να ξεδιψάσει, μα το νερό έπαψε να ρέει! Απορημένος κοιτούσε το βράχο που είχε στεγνώσει με μιας! Τι να είχε συμβεί άραγε?

Αποκαμωμένος, έγειρε στη ρίζα ενός δέντρου και εκεί τον βρήκε σε λίγο ο ύπνος. Δεν κατάλαβε πότε κοιμήθηκε, ούτε αν μεταξύ ύπνου και ξύπνιου είδε μια γυναικεία φιγούρα να εμφανίζεται εμπρός του. Μακριά ξέπλεκα μαλλιά, λευκό μακρύ φόρεμα που έντυνε τη φιγούρα της, πρόσωπο που δεν φαινόταν καθαρά όπως την έβλεπε. Οπτασία!
-Ποια είσαι, τη ρώτησε.
-Είμαι το πνεύμα της πηγής, του απάντησε εκείνη.
-Το πνεύμα της πηγής…!
-Ακριβώς, αυτή είμαι. Εσύ ποιος είσαι του λόγου σου?
-Ένας πολεμιστής, τίποτε άλλο.
-Ζήτησες την άδειά μου που ήλθες εδώ?
-Την ποια?
-Την άδειά μου, βέβαια! Ήλθες στη πηγή μου να πιεις νερό και δεν με ρώτησες αν μπορείς…
-Δεν το ήξερα πως γίνεται έτσι, συγχώρα με, μα πρώτη φορά το ακούω.
-Παραβίασες τα όριά μου Πολεμιστή και θα τιμωρηθείς γι’ αυτό…
-Μα δεν είχα πρόθεση, ήθελα μόνο να ξεδιψάσω και να πλυθώ.
-Μου άσκησες βία Πολεμιστή και εγώ δεν θα στο επιτρέψω, τ’ ακούς?
-Το ακούω, μα συμπάθα με, δεν το ήθελα.
-Φτάνει πια, όλοι οι άνθρωποι είστε ίδιοι, τέρμα ως εδώ, κατάλαβες?
-Κατάλαβα, καιρός να πηγαίνω, συγνώμη για την ενόχληση.

Κι έτσι έφυγε ο Πολεμιστής προβληματισμένος από την όαση. Η αλήθεια ήταν πως ως πολεμιστής ο ίδιος, ερχόταν συχνά αντιμέτωπος με το παράλογο της βίας στους ανθρώπους. Άλλες φορές, έπρεπε να ανταποκριθεί στο να την αντιμετωπίσει, άλλες να την υποστεί και άλλες ίσως να κάνει και κείνος το ίδιο στον κόσμο που ζούσε. Μα μέσα του βαθιά, ήξερε πως η καρδιά του δεν ήταν από πέτρα. Σαν αχτίδα ήλιου προσδοκούσε την αγάπη να του ζεστάνει την ψυχή του, ο ίδιος το μίσος και τον παραλογισμό ήθελε να τα κρατάει μακριά από εκείνον όσο μπορούσε, μα να, εκεί που δεν το περίμενε, το πνεύμα της πηγής του ύψωσε φωνή διαμαρτυρίας.

Περπατούσε πάλι μονάχος, μέρα και νύχτα με συντροφιά τα αστέρια στον ουρανό και τις σκέψεις του. Κάποια στιγμή και αυτές στέρεψαν και τον άφησαν για λίγο ήσυχο. Ίσως να ήταν καλύτερα έτσι, αυτή η σιωπή ήταν ταιριαστή σύντροφος στη πορεία του. Ήθελε να πετάξει τα όπλα του, να βγάλει την πανοπλία του, να γαληνέψει το κορμάκι του από τις αναμετρήσεις, τα όνειρά του να είναι πια ειρηνικά, η ψυχή του να απαγκιάσει.

Κι έτσι πέρασε πολύς καιρός με τον Πολεμιστή να βαδίζει στην έρημο σε άγνωστη πορεία. Όπου, εμφανίστηκε μπροστά του η πύλη που οδηγούσε στο παλάτι του βασιλιά του. Εκεί θα επέστρεφε επιτέλους στη βάση του για να προετοιμαστεί για επόμενες πολεμικές αναμετρήσεις. Έσφιξε το σπαθί στο χέρι του, τον πιστό του σύντροφο όλα τα χρόνια που μαχόταν. Κάθε γρατσουνιά του θύμιζε τι είχαν περάσει μαζί στις μάχες της ζωής και δάκρυσε. Δεν πέρασε την πύλη αυτή τη φορά, παρά όπως ήταν, έφυγε για τα βουνά που κείτονταν στο βάθος. Κανείς δεν τον ξαναείδε από τότε και ο μύθος λέει πως ανέβηκε στην πιο ψηλή κορφή, φύτεψε το σπαθί του στο χώμα και μετά έγινε πουλί και πέταξε μακριά στης γης τα πέρατα. Μόνο που υπάρχουν νύχτες, που αυτό το πουλί εκεί στα βουνά, βγάζει μια φωνή σαν παράπονο που όποιος την ακούσει ορκίζεται πως είναι ανθρώπινη λαλιά, μα δεν είναι…

© Μαριαλένα, 17/06/2006