Tuesday, July 31, 2007

Angel Eyes

Αποκαμωμένη από την ζέστη, γύρισε σπίτι. Στο δωμάτιο έβγαλε τα ρούχα της και τα πέταξε στο κρεββάτι χωρίς δεύτερη σκέψη. Πήγε στο μπάνιο, πλύθηκε και ξυπόλητη άρχισε να περπατάει στα πλακάκια στο πάτωμα για να δροσιστεί από τον καύσωνα.

Έπιασε τα μαλλιά της πάνω, σε έναν αυτοσχέδιο κότσο και έμεινε με τα εσώρουχα μέχρι να ξεϊδρώσει. Εκείνος καθόταν ήδη στο μπαλκόνι, είχε σχολάσει από τη δουλειά του νωρίτερα και διάβαζε μια εφημερίδα. "Ήρθα!" του φώναξε εκείνη όταν τον είδε. "Τι έγινε, καλά?" της απάντησε εκείνος από την άλλη άκρη. "Έλα να σε δω..." πρόσθεσε. "Τώρα, σε δυο λεπτά, να βάλω κάτι επάνω μου" του είπε καθώς έψαχνε να βρει ένα μπλουζάκι του να φορέσει για να βγει στο μπαλκόνι.

Σε λίγο βγήκε έξω και του έδωσε ένα φιλί όταν τον αντίκρυσε. "Καλά???" του είπε κοιτώντας τον στα μάτια. "Εσύ?" της ανταπάντησε εκείνος, "πως πέρασες σήμερα?". "Δουλειά μωρέ, άντε να φύγουμε για διακοπές επιτέλους..." συμπλήρωσε "μπάφιασα κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια!". "Θέλω διακοπές!!!" του φώναξε και έσκασε ένα γελάκι σαν μικρό παιδί, "θέλω διακοπές μαζί σου" και του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μέτωπο.

"Θέλω να σου μιλήσω γι' αυτό Έλενα" της είπε δίνοντας έναν σοβαρό τόνο στη φωνή του. "Τι έγινε, συμβαίνει κάτι αγάπη μου?" τον ρώτησε εκείνη με αγωνία. "Δεν θα μπορέσω να πάμε μαζί διακοπές φέτος, καταλαβαίνεις..." της είπε στον ίδιο τόνο. "Όχι, δεν καταλαβαίνω, θα τρελλαθώ απόψε, τι είναι αυτά που λες?" του απάντησε εκείνη. "Έλενα, λυπάμαι, απλά δεν θα μπορέσω, λυπάμαι ειλικρινά..., χρειάζομαι λίγο χρόνο μόνος μου αυτόν τον καιρό" της ανακοίνωσε με όσο λιγότερα λόγια μπορούσε.

"Υπάρχει άλλη, πες μου υπάρχει άλλη στη ζωή σου Αλέξανδρε?" Σιωπή, κάτι προσπάθησε να ψελλίσει σαν δικαιολογία. "Γιατί μου το κάνεις αυτό γαμώτο, γιατί, γιατί?" την έπιασε το παράπονο. "Δεν είμαι καλή πια για σένα, με βαρέθηκες?" "Δεν είναι αυτό Έλενα, απλά εγώ σου είπα, δεν μπορώ..." "Σε παρακαλώ, πάρε τα πράγματά σου και φύγε από το σπίτι, δεν έχει νόημα να βρισκόμαστε κάτω από την ίδια στέγη Αλέξανδρε, σε παρακαλώ φύγε όσο πιο γρήγορα μπορείς, φύγε!" είπε αποφασιστικά εκείνη ενώ είχε αρχίσει να χλωμιάζει.

Πήγε προς τον καναπέ στο καθιστικό και παρόλο που έβραζε το σπίτι, εκείνη με τα χέρια στο κεφάλι έστεκε εκεί βουβή σαν άγαλμα, ακίνητη από το σοκ. Εκείνος σηκώθηκε και με το κεφάλι κατεβασμένο πήγε προς το δωμάτιό τους, πήρε ένα σακ βουαγιάζ έβαλε κάποια πράγματα μέσα, ντύθηκε και έφυγε αμίλητος. Η Έλενα ούτε που κατάλαβε πότε έφυγε και πόση ώρα πέρασε στον καναπέ χωρίς να κουνηθεί. Μέσα στο σκοτάδι πια, έβγαλε τα χέρια από το κεφάλι της και σήκωσε τα μάτια στο κενό. Έιχε νυχτώσει για τα καλά και με κόπο σηκώθηκε στα πόδια της. Σαν σενάριο από ταινία αισθανόταν πως είχε εκτυλιχθεί η τελευταία τους στιχομυθία, πως δεν ήταν εκείνοι που μιλούσαν αλλά κάποιοι άλλοι άσχετοι.

Ωσάν υπνωτισμένη κατευθύνθηκε στη κρεβατοκάμαρά της, έπεσε στο κρεββάτι και πήρε αγκαλιά το μαξιλάρι που είχε ποτισμένο το άρωμα από τη σάρκα του ακόμα. "Μα τι σου έκανα και έφυγες?" σκέφθηκε, "αφού σε αγαπούσα, αφού σε λάτρευα, γιατί μου το έκανες αυτό, γιατί?" Λυγμοί άρχισαν να αναδύονται από τα σωθικά της, λυγμοί και κραυγές απελπισίας μέσα στην πολύβουη πόλη, μέσα σε τέσσερις τοίχους. Έπεσε σε κατάσταση παροξυσμού, άρχισε η αναπνοή της να δυσχεραίνει, ένιωσε να πνίγεται, τα δάκρυα δεν σταματούσαν να τρέχουν. Πήγε έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της και σωριάστηκε ξανά στα κλαμμένα σεντόνια. Την πήρε ο ύπνος αποκαμωμένη και ξέπνοη καθώς ήταν, ένας ύπνος βαθύς και ταραγμένος, όπως ήταν και αυτά που πριν από λίγο είχε ζήσει.

Το πρωί σηκώθηκε πρησμένη, με κλεισμένη τη φωνή της και αδύναμη. Πήρε τηλέφωνο στο γραφείο για να μην πάει, η όψη της ήταν ακόμα ταλαιπωρημένη από τα χθεσινοβραδυνά. Το κινητό της παρέμενε βουβό, εκείνος δεν είχε δώσει κανένα σημείο ζωής. Τον σκεφτόταν διαρκώς. Πήρε μια φίλη εξ απορρήτων τηλέφωνο, της ζήτησε να βρεθούν να μιλήσουν. Η φίλη κατεύθασε μετά από λίγη ώρα και την βρήκε σε κακό χάλι. Την πήρε με το αμάξι και πήγαν στο Σούνιο. Παρήγγειλαν έναν καφέ και η Έλενα που τόση ώρα δεν είχε πει το παραμικρό, είπε μονάχα ένα "γιατί..." και σώπασε ξανά. "Δεν έχει γιατί καρδούλα μου, γιατί έτσι συμβαίνει" της απάντησε η φίλη της συμπονετικά. "γιατί να συμβαίνει έτσι σε δυο ανθρώπους που αγαπιούνται?" μονολόγησε ξανά η Έλενα "γιατί, γιατί?" Η φίλη αρκέστηκε να της κρατά το χέρι που έτρεμε από την ένταση που είχε μέσα της, δεν είχε τρόπο να την κάνει να νιώσει καλύτερα, μόνο ήταν δίπλα της και την άκουγε.

Γύρισαν πίσω στο σπίτι της, στο τέλος της εβδομάδας η Έλενα θα έπαιρνε την άδειά της. Την επομένη πήγε στο γραφείο, μα κουβέντα δεν της έπαιρνε άνθρωπος, ίσως και να κατάλαβαν ότι κάτι σοβαρό της συνέβαινε. Στο τέλος της εβδομάδας την χαιρέτησαν και της ευχήθηκαν καλές διακοπές. "Ευχαριστώ" τους απαντούσε μονολεκτικά, προσπαθώντας να σχηματίσει ένα χαμόγελο ευγενείας στο μαραμένο της πρόσωπο. Έφυγε.

Πήγε για λίγο στο σπίτι του πατέρα της στο χωριό, ήθελε να δει και την οικογένεια για λίγες μέρες. Η μάνα της μονάχα τη ρώτησε αν ο Αλέξανδρος ήταν καλά και εκείνη απλά κούνησε τους ώμους της, δείχνοντάς της πως δεν ήξερε. Ο πατέρας πήρε το μήνυμα και δεν ρώτησε τίποτα. Σαν το φάντασμα ζούσε στο πατρικό της εκείνο τον καιρό. Με το ζόρι έβαζε κάτι στο στόμα της και με το παλιό ποδήλατο που είχε εκεί αφημένο, χανόταν για ώρες στις εξοχές. Βράδυαζε για να γυρίσει πίσω και Θεός ήξερε τι έκανε μονάχη της στις ερημιές. Λογαριασμό δεν έδινε σε κανέναν για το τι έκανε και που πήγαινε. Τις περισσότερες φορές πήγαινε κάτω από μια τεράστια βελανιδιά που σαν παιδί έπαιζε τα καλοκαίρια που ερχόταν στο χωριό παρέα με τα άλλα παιδιά και εκεί κατέληγε και τώρα σαν να έψαχνε να εύρει καταφύγιο.

Έφυγε ξανά και πήρε το καράβι για εκεί που θα περνούσαν τις διακοπές τους σαν ζευγάρι. Έφτασε στο μικρό νησάκι καταμεσής του Αιγαίου και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο που είχε κρατήσει. "Μόνη σας είστε?" τη ρώτησε η ιδιοκτήτρια. "Ναι ο σύζυγος δεν μπόρεσε να έλθει κι έτσι..." σταμάτησε, τι προσπαθούσε να δικαιολογήσει, τα αδικαιολόγητα? "Καλά να περάσετε" αρκέστηκε να πει η ξενοδόχος και της παρέδωσε το κλειδί της κάμαρής της. "Ευχαριστώ" είπε για μια φορά ακόμα η Έλενα και σώπασε πάλι.

Όμορφο μέρος το νησί αυτό, το είχαν διαλέξει ως προορισμό εδώ και δυο μήνες και όλο κοιτούσε τους ταξιδιωτικούς οδηγούς για το πως να περάσουν αξέχαστες διακοπές μαζί. Τώρα μόνη, νοίκιασε ένα τζιπάκι και τα πρωϊνά έφευγε για εξερεύνηση. Τον ένιωθε δίπλα της, τον ένιωθε κοντά της ό,τι κι αν έκανε, όπου και αν πήγαινε, μα καθώς σίμωνε το δείλι, ένα βάρος στο στήθος την έκανε να μην μπορεί να πάρει ανάσα. Δεν άντεχε να βγαίνει μόνη της έξω εκτός του να περπατήσει στα σοκάκια της Χώρας. Τα τραπεζάκια στα εστιατόρια και στις καφετέριες της φαινόταν αφιλόξενα μέρη για μόνους.

Τελευταία μέρα στο νησί, αποφάσισε να πάει για πεζοπορία σε ένα μοναστήρι στη κορυφή ενός μικρού βουνού εκεί κοντά. Φόρεσε τα μποτάκια της, έβαλε τον σάκο της στον ώμο, πήρε και ένα ραβδί από δέντρο ελιάς από τη σπιτονοικοκυρά και εξεκίνησε. "Ο Θεός μαζί σου κορίτσι μου" την σταύρωσε και χαιρέτησε η καλόκαρδη νησιώτισσα, που την έβλεπε λιγομίλητη και σκεφτική. Της έδωσε μάλιστα και ένα προσφάι για να χει για τον δρόμο μην τυχόν και πεινάσει εκεί στο βουνό.

Περπατούσε μόνη, βήμα βήμα ανεβαίνοντας στο βουνό. Ξεροβούνι ήταν με σχίνους και πέτρες και κάποια θυμάρια και αγριολούλουδα φυτρωμένα εδώ και εκεί. Ο ήλιος είχε αρχίσει να φέγγει για τα καλά. Ανέβαινε και μια σκέψη ήταν μόνο καρφωμένη στον νου της, η προσευχή των μοναχών: "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με την αμαρτωλή" έλεγε και ξανάλεγε σαν μάντρα από μέσα της. Δυο ώρες αργότερα κάθιδρη, είχε φτάσει στη κορυφή και το παλιό μοναστήρι ήταν σε απόσταση αναπνοής πια. Κατευθύνθηκε προς το μέρος του, άνοιξε την θύρα από το παλιό ξύλο με τους σκουριασμένους μεντεσέδες και μπήκε μέσα. Πολλών αιώνων μοναστήρι, αφιερωμένο στη Χάρη της, είχε ξαναχτιστεί στα ριζά του βουνού ποιο καινούργιο και αυτό εδώ έστεκε απομεινάρι των αιώνων που πέρασαν.

Το ιερό βρισκόταν ακόμα στη θέση του και εκείνη προχώρησε προς την αγία πύλη να προσκυνήσει. Ξεθωριασμένες τοιχογραφίες, μορφές βυζαντινές και επιβλητικές έστεκαν στους τοίχους της εκκλησίτσας. Κάθησε κάτω να αναπαυτεί, ο ήλιος έκαιγε τώρα για τα καλά. Έβαλε τον σάκο της για προσκεφάλι και ξάπλωσε να πάρει μια ανάσα. Την πήρε για λίγο ο ύπνος μέσα στην ησυχία που έσπαγαν οι ριπές του ανέμου και τα τζιτζίκια στο προαύλιο.

Άγγελο Κυρίου είδε στο όνειρό της, μεταξύ ξύπνιου και ύπνου. Της χαμογελούσε μειλίχια και την κοιτούσε στα μάτια. Εκείνη συγκλονίστηκε, η εικόνα ήταν ολοζώντανη!
Κατέβηκε σιγά σιγά την πλαγιά και το απογευματάκι έφτασε στο δωμάτιό της. Η σπιτονοικοκυρά της χτύπησε την πόρτα. "Έχεις ένα μήνυμα από τον άνδρα σου. Πάρτον τηλέφωνο γιατί ανησυχεί είπε..." της ανακοίνωσε στην πόρτα. Σχημάτισε το νούμερό του στο κινητό της. "Με ζήτησες Αλέξανδρε?" του είπε χωρίς περιττές κουβέντες. "Που είσαι, σε ψάχνω παντού, είσαι καλά?" τη ρώτησε εκείνος. "Εσύ το λες αυτό, ξέχασες κιόλας τι συνέβη" του απάντησε καθώς προσπαθούσε να κρύψει χωρίς αποτέλεσμα την ταραχή της. "Μου έλειψες..." της είπε "δεν μπορώ χωρίς εσένα, αυτό κατάλαβα" και ο κόμπος στο λαιμό του ακουγόνταν στην άλλη άκρη της γραμμής. "Και εμένα, και εμένα μου έλειψες" του απάντησε εκείνη ενώ τα δάκρυα άρχισαν να ρέουν από τις άκρες των ματιών της. "Γύρισε πίσω σε παρακαλώ" την ικέτεψε, "δεν μπορώ χωρίς εσένα". "Με πλήγωσες πολύ..." του αποκρίθηκε εκείνη και από τους λυγμούς ξανά δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. "Έλενα είσαι καλά, Έλενα???" ακουγόταν από την άλλη μεριά χωρίς απάντηση.

Έκλαψε ξανά στο δωμάτιο εκείνο, η Έλενα. Τα δάκρυα που ξεχείλιζαν έμοιαζαν λυτρωτικά αυτή τη φορά και όχι απόγνωσης και θρήνου όπως πριν. Κοιμήθηκε πάλι καθώς νύχτωσε, χωρίς δύναμη μα βρήκε το κουράγιο να ετοιμαστεί και να αναχωρήσει για το λιμάνι για την επιστροφή της.

Στο πλοίο, αγνάντευε τα νερά του πελάγους, τους γλάρους, τα δελφίνια, τον ουρανό που έστεκε από πάνω της καταγάλανος. Μέσα της κάτι είχε αλλάξει, δεν ήταν η ίδια Έλενα που είχε έρθει λίγες μέρες πριν. Σαν όραμα φανερώθηκε ξανά ο ίδιος άγγελος που είδε στο μοναστήρι πάνω στο βουνό την προηγούμενη μέρα. Την κοίταξε ξανά μέσα στα μάτια και η ματιά του διαπέρασε το μυαλό της. Πήρε μια απόφαση: Γυρίζοντας στην Αθήνα, θα ακολουθούσε μονάχα τη καρδιά της και κανέναν άλλον από εδώ και μπρος. Ξανακοίταξε στον ουρανό και είδε ένα σύννεφο σαν δυο φτερά αγγέλου να ξεμακραίνει. Ίσως έτσι ο άγγελος φύλακάς της, να της χαμογελούσε για μια ακόμη φορά.


drawing by http://www.john-howe.com "Angel Eyes"

Marialena, 26/07/2007

8 comments:

Χαρά said...

Δυνατό κομμάτι, κι ακόμα δυνατότερα τα συναισθήματα...
Μόνο οταν φτάσουμε στον πάτο μπορούμε να πάρουμε ώθηση ώστε να βγούμε στην επιφάνεια, να αγαπήσουμε πρώτα τον εαυτό μας
Την καλησπέρα μου !

An-Lu said...

Γλυκόπικρο και πανέμορφο!

Marialena said...

Καλημέρα Χαρά! Τα δυνατά συναισθήματα σηματοδοτούν οριακές καταστάσεις πολλές φορές, που λειτουργούν και ως υπέρβαση προς τη μέχρι τώρα πραγματικότητα. Είναι σωστό αυτό που λες, η ζωή μας δείχνει το δρόμο τις περισσότερες φορές, πραγματικά.

Ανλούκα μου, όπως η γεύση της ίδιας της ζωής και γλυκιά και πικρή στο βάθος βάθος. Όλα μέσα είναι...και η ζωή μας κύκλους κάνει!

panagiota said...

Πραγματικά η ζωή μας κύκλους κάνει!
Ανθρώπινα και όντως γλυκόπικρα τα συναισθήματα μέσα στήν αφήγηση σου.
Χρειάζεται μεγάλη ψυχική αντοχή για να αντιμετωπιστεί κάτι τέτοιο.
Σε φιλώ.....

MenieK said...

Απογοητεύτηκα! Όταν έλεγα να στείλεις το ζευγάρι σου διακοπες δεν περίμενα ότι θα τους έστελνες με τον Ερμή ανάδρομο....

Marialena said...

@ Παναγιώτα: Είναι από τις προκλήσεις που μου αρέσει να αντιμετωπίζω, όταν στα κείμενά μου εμφανίζονται δυνατά συναισθήματα. Αφού όταν τα διαβάζω πια ως αναγνώστης, εισπράττω τον αντίκτυπό τους και ομολογώ πως κι εγώ δεν παίρνω ελαφρά τον αντίκτυπο.

@ Μένη: ... και τον Πλούτωνα σε τετράγωνο, αυτό που το βάζεις καλή μου? Μην εκλάβεις το συγκεκριμένο διήγημα ως συνέχεια αυτού που μου είχες αναφέρει, αν και θα μπορούσε, γιατί το συνέλαβα ως αυτοτελή ιστορία με άλλους πρωταγωνιστές και όχι τους ίδιους τους προηγούμενους. Επιλέγω πολλές φορές να μην κρατώ σταθερούς τους πρωταγωνιστές μου και να εφευρίσκω καινούργιους χαρακτήρες κάθε φορά.

Σε φιλώ και από Σεπτέμβρη θα έχουμε και άλλες εμπνεύσεις προς δημοσίευση, όλα στην ώρα τους! ;-D

panagiota said...

Η Αφρω είναι ανάδρομη βρε κορίτσια μέχρι και τον Σεπτεμβρη.Καλό κουράγιο στα αισθηματικά σας γιατί μαύρο φίδι θα μας φάει.
Οι κακές οψεις του Κρόνου και του βραδυκίνητου Πλουτωνα θα τελειωσουν σε λίγο.Καλό κουράγιο....
Η madame Debree ομίλησε....

Marialena said...

@ Madame De Bree: Η Άφρω ανάδρομη??? Αύγουστος ανασυγκρότησης μου φαίνεται και όπως λέει και στο τραγούδι "Αυτή η νύχτα μένει" ...μάυρος μάγκας ο καιρός και μαύρο φίδι. Άφερημ!

Καλόν μήνα να έχουμε κορασίδες και όπως μας βγει και τα καλύτερα ας έλθουν από τον Σεπτέμβρη στα προσωπικά μας...