Wednesday, February 22, 2006

ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΟΤΗΤΑ-Για Καλύτερη Ποιότητα Ζωής...

photo by Webshots.com

Γράφει ο Βασίλειος Ν. Θεοδώρου, Ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής, εξειδικευμένος στη Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία και την Ψυχολογία της Υγείας στην Εργασία. http://www.psi.gr/ e-mail: theodorou@psi.gr

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη συγκρούσεις με στρεσαρισμένους, απότομους, επιθετικούς ή απογοητευμένους ανθρώπους. Πολλοί όμως, δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν συγκρούσεις, νιώθουν μεγάλο άγχος ότι δεν θα τα καταφέρουν, φόβο ότι θα τους κρίνουν και θα τους απορρίψουν και έτσι, ή εγκαταλείπουν κάθε προσπάθεια διεκδικητικότητας ή είναι απόλυτα αναποτελεσματικοί. Για άλλους η διεκδικητικότητα είναι ο τρόπος να υπερισχύσουν, να φερθούν εγωιστικά, να χειριστούν κάποιον προς όφελός τους ή να τον «πολεμήσουν».

Η επιθετική συμπεριφορά (που συχνά πηγάζει από χαμηλή αυτοεκτίμηση ή την ανάγκη του ελέγχου των άλλων), όπως και η παθητική (που επιτρέπει στους άλλους να κάνουν κάθε φορά αυτό που θέλουν, ακόμα και αν δεν το επιθυμούμε) σπάνια ικανοποιούν τις ανάγκες μας μακροχρόνια. Είναι πιθανότερο να επιφέρουν απογοήτευση, ματαίωση και τη διάρρηξη των κοινωνικών σχέσεων. Δημιουργούν επίσης πολύ περισσότερο στρες απ’ ότι η διεκδικητική συμπεριφορά.

Η διεκδικητικότητα είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος επικοινωνίας που βασίζεται σε επικοινωνιακές δεξιότητες και στη σταθερότητα της προσωπικότητας. Είναι παράλληλα μια πολυσύνθετη έννοια, πολλά διαφορετικά νοήματα που δύσκολα μπορεί να οριστεί. Βασικά αποτελεί έναν τρόπο βελτίωσης της ποιότητας ζωής, που προάγει την ισοτιμία στις ανθρώπινες σχέσεις, υπερασπίζεται τα ατομικά δικαιώματα, αναγνωρίζει το δικαίωμα της γνώμης και προωθεί τη χωρίς άγχος λεκτικοποίηση όλων των παραπάνω.

Διεκδικητικότητα συνεπώς σημαίνει να υπερασπιζόμαστε τα δίκαιά μας, να ενεργούμε με αυτοσεβασμό εκφράζοντας τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας, να μιλάμε με διακριτικότητα, ξεκάθαρα και επικεντρωμένα και να είμαστε καλοί στην ακρόαση και επικοινωνία.

Γιατί όμως η διεκδικητικότητα αποτελεί συστατικό καλής ψυχικής υγείας? Το συναισθηματικό κόστος της μη διεκδίκησης είναι πολύ οδυνηρό, καθώς οδηγεί σε αυτομομφή και αυτουποτίμηση. Η αίσθηση αποτυχίας, αναποτελεσματικότητας και ανεπάρκειας οδηγεί σε εκλογικεύσεις και μη πειστικές λογικοφανείς δικαιολογίες. Εκλύεται άγχος που αν γίνει χρόνιο οδηγεί στην ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας ή/και σε ψυχοσωματικές ασθένειες. Η έλλειψη διεκδικητικότητας έχει συμπεριφορικές και συναισθηματικές επιπτώσεις, όπως την αναποτελεσματική επίλυση των προβλημάτων και την μόνιμη αίσθηση μειονεξίας. Τα στοιχεία αυτά ανατροφοδοτούν με τη σειρά τους την έλλειψη διεκδικητικότητας και οδηγούν σ’ έναν φαύλο κύκλο.

Φυσικά η διεκδικητικότητα δεν αποτελεί πανάκεια και έχει περιορισμούς, που συνοψίζονται στη μη διεκδικητικότητα ως επιλογή, στη μη εφαρμογή με άτομα υπερευαίσθητα ή ως ένδειξη κατανόησης σε περιπτώσεις που δεν είναι απαραίτητη ή τέλος στις επαφές με αδιόρθωτους ανθρώπους.

Η διεκδικητικότητα όπως και άλλες κοινωνικές συμπεριφορές, μαθαίνεται. Τα προγράμματα διεκδικητικότητας περιλαμβάνουν εκπαίδευση στη λειτουργία χωρίς άγχος στις διανθρώπινες σχέσεις , στην έκφραση συναισθημάτων, στο πώς να λέμε όχι ή ναι, ανάλογα με τις ανάγκες μας, στο πώς να ζητάμε αυτό που χρειαζόμαστε, στην αποδοχή της άρνησης χωρίς να θιγόμαστε, στην αποδοχή της κριτικής χωρίς να υποτιμάμε τον εαυτό μας, στην εποικοδομητική κριτική, στο να κάνουμε και να δεχόμαστε κομπλιμέντα, στο να ικανοποιούμε τα δίκαια αιτήματά μας, στο να ακούμε με κατανόηση, στο να κάνουμε λογικές υποχωρήσεις, στη συνεργασία με τους άλλους για αμοιβαίο όφελος.

Κάθε άνθρωπος θα πρέπει να έχει την ελευθερία να επιλέξει την αντίδραση του σε μια δεδομένη στιγμή. Η εκπαίδευση στη διεκδικητική συμπεριφορά στοχεύει στη διασφάλιση της ελευθερίας αυτής. Στοχεύει επίσης στην ενδυνάμωση και παρακίνηση των ανθρώπων που ασκούν τα παρακάτω δικαιώματά τους, χωρίς ενοχές και άγχη.

Να αξιολογούν τη συμπεριφορά, τις σκέψεις και τα συναισθήματα τους και να φέρουν την ευθύνη γι’ αυτά.
Να μην ζητούν συγνώμη, να μην δίνουν εξηγήσεις, ούτε να διορθώνουν τη συμπεριφορά τους.
Να αλλάζουν γνώμη.
Να κάνουν λάθη και να φέρουν την ευθύνη αυτών.
Να πουν «Δεν ξέρω».
Να μην εξαρτώνται από την καλή θέληση των άλλων.
Να παίρνουν παράλογες αποφάσεις.
Να πουν «Δεν σε καταλαβαίνω».
Να πουν «Δεν με ενδιαφέρει!»

Πηγή: Περιοδικό Ε-Ιατρικά, Τρίτη 14/2/2005, τεύχος 21, σελ. 20


10 comments:

the_return said...

Καλημέρα.
Αν και δεν είμαι fan των ψυχολόγων, εν τούτοις είμαι fan της ...ψυχολογίας (όχι όμως έτσι όπως την πλασάρουν οι κλινικοί ψυχολόγοι - και πολύ δύσκολο να βρεθούν πιο ικανοί ψυχολόγοι απ' τους συγγραφείς...).
Παρ'όλ'αυτά το κείμενο μου άρεσε σε γενικές γραμμές, και κυρίως η έμφαση που δίδεται στην έννοια της "ευθύνης".

Marialena said...

Καλημέρα και από μένα! Αυτό το κείμενο με κινητοποίησε ειδικά στο θέμα της διαδικασίας εκμάθησης της διεκδικητικότητας, γιατί εκεί συνειδητοποίησα τη δική μου στάση επί του θέματος. Ενδιαφέρουσα η προσέγγιση του συγγραφέα! Μ.

the_return said...

Ναι, βέβαια, συμφωνώ.

Ο άνθρωπος αν πάψει να διεκδικεί, είναι ήδη νεκρός.

Η θρασύτητα είναι ιερής τάξεως.
Διακρίνεται, βέβαια,εύκολα από την "κακή" θρασύτητα από το στυλ.

Marialena said...

Λες το στυλ να σχετίζεται με τη διεκδικητικότητα? Το στυλ το συσχετίζω με άποψη ζωής περισσότερο και λιγότερο με την έννοια που διαπραγματευόμαστε. Μ.

the_return said...

"Ο άνθρωπος είναι το στυλ και το στυλ ο άνθρωπος" ,
όπως λέει η σοφή παροιμία.

Δεν είναι κάποια μορφική εκδήλωση ενός περιεχομένου που θα μπορούσε να εκδηλωθεί και αλλιώς (με άλλο τρόπο).

ΕΙΝΑΙ το περιεχόμενο.

Και η διεκδίκηση είναι άποψη ζωής ...αν όχι η ίδια ζωή στην ανελέητη εσωτερική αλήθειά της.

not me just us said...

Χμ...να πω τη γνώμη μου για το άρθρο; Να μην την πω; Τέλος πάντων, ας την πω...

Το κείμενο ίσως να σημαίνει κάτι για όσους μεγάλωσαν στην Ελλάδα και δεν έτυχαν μιας παιδείας (με την ευρεία έννοια που ξεκινάει και από το σπίτι) που να καλλιεργεί στο individual (ζητώ συγνώμη για την αγγλική λέξη, αλλά μου κάνει 100% σε αυτό που θέλω να πω) την αυτάρκεια από νωρίς.

Ασφαλώς και όσα διατυπώνει ο κος Θεοδώρου είναι σωστά και ισχύουν για όλη την Ευρώπη –τουλάχιστον- αλλά τα φαινόμενα , η συμπτωματολογία δηλαδή , η επιθετικότητα κλπ μπαίνουν σε κλίμακα η οποία για τον δικό μας τόπο είναι απολύτως απογοητευτική. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση , που στην πραγματικότητα ελέγχεται και ως μειωμένο δείκτη αξιοπρέπειας γεννά την επιθετικότητα, μια επιθετικότητα που λειτουργεί και ως «Αποδραστική» -escapism από τον ίδιο μας τον εαυτό. Φταινε πάντα οι άλλοι.

Το συγκεκριμένο κείμενο, στην Αγγλία ή στη Σουηδία ή στη Γερμανία δεν θα είχε παρά περιθωριακή σημασία, ενώ για μας, είναι πυρηνικό.

Και τούτο, όχι γιατί οι χώρες που προανέφερα είναι «παράδεισοι» , κάθε άλλο! Απλά, ως εξελιγμένες και ώριμες καπιταλιστικές πολιτείες, έχουν εδώ και πάρα πολλά χρόνια καθιερώσει σε βάθος μια σειρά από θεσμούς που κάνουν τον Πολίτη «κατ’ αρχάς και αυτονόητα Αξιοπρεπή» Και αυτό, ειδικά στην Αγγλία, έρχεται μα ένα σύστημα Παιδείας που ξεκινά από το πρωτοβάθμιο επίπεδο και παει μέχρι τέλους , που προάγει αν μη τι άλλο ένα standard ορθολογικής κρίσης.

Ο Βρετανός, δεν θα κορνάρει στην κυκλοφοριακή συμφόρηση όχι γιατί είναι «ψυχρός και αδιάφορος» απλά γιατί ξέρει, έχει μάθει πως δεν ωφελεί. Δεν θα σπρώξει τον μπροστινό του για να μπει πιο γρήγορα στο βαγόνι του μετρό, όχι γιατί γεννήθηκε «ευγενής» αλλά έχει εκπαιδευθεί στο να έχει social behavior /κοινωνική συμπεριφορά , κάτι στο οποίο εμείς πάσχουμε αφόρητα. Γιατί ακριβώς είμαστε επιθετικοί, ψευτομαγκες, ελληνάρες , ξερόλες και άλλα θλιβερά.

Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο από ωκεανίων διαστάσεων ανασφάλεια. Δεν θα πει ποτέ «δε μου άρεσε η ταινία για αυτούς τους λόγους-και να τους αναλύσει.».

Θα κάνει έναν αφορισμό και πει «μαλακία». Και τέρμα.

Δεν θα πει ποτέ «αυτό δεν το ξέρω» Θα βρει τρόπο να παραστήσει πως το ξέρει και αυτό-όπως όλα τα άλλα. Η κλασική ανασφάλεια του ημιμαθούς που δεν γνωρίζει καλά ούτε το αντικείμενο της δουλειάς του....

Θα διέκρινα την διεκδικητικότητα σε δύο αποχρώσεις.

Αυτή του φουσκωμένου και ανώριμου Υπερ Εγώ και σε αυτή του ΄Κοινωνικού Ανθρώπου. Οι διαφορές τους, είναι τεράστιες.

Καλησπέρα-και συγνώμη για την κατάχρηση χώρου!

the_return said...

Συγγνώμη και εγώ για την κατάχρηση του χώρου, αλλά, να, υπάρχουν μερικά σημαντικά ακόμη.

Αγαπητέ "Δύοντα Ανατέλλοντα", έχω βαρεθεί τα κλισέ του στυλ "καλό για την Ελλάδα, αλλά για τις άλλες χώρες...α, εκεί τρώνε με χρυσά ψυχολογικά κουτάλια".

Πολλές φορές μια τέτοια ακριβώς στάση δείχνει χαμηλή αυτοεκτίμηση που προβάλλεται στον "εγγύς" χώρο.

Προσωπικά έχω ζήσει ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ χρόνια έξω, και θα έλεγα ότι όσον αφορά το συγκεκριμένο κείμενο δεν υπάρχουν δυο μέτρα και δυο σταθμά...

Και για να το κάνουμε πιο απλό:
Άλλο πράγμα η διεκδικητικότητα και άλλο η επιθετικότητα. Η πρώτη ταυτίζεται (και πώς αλλιώς ;) σχεδόν με την ίδια τη ζωή, και από τη δεύτερη,
...υπάρχει επιθετικότητα αναίτια (κακή) και επιθετικότητα δικαιολογημένη κάτω από ορισμένες περιστάσεις (επομένως:αναγκαία, καλή).
Ανάμεσα σε αυτές τις δυο υπάρχει και μια τρίτη, η αιτιολογημένη επιθετικότητα,που από μόνη της δεν δικαιώνεται -απλά εξηγείται.

DCD said...

Αρκετες αληθειες βρισκονται στο κειμενο. Ειναι ακρως ενδιαφερον να συνειδητοποιησουμε πώς μικρες αλλαγες στο μυαλο καθε ανρωπου θα μπορουσαν να δημιουργησουν μια διαφορετικη κοινωνια. Αυτο προϋποθετει φυσικα την ελευθερια σκεψης και κριτικης ικανοτητας. Μεγαλο θεμα και λιγος χρονος. Χαιρομαι που σε προβληματιζουν ολα αυτα!
Την καλησπερα μου!

orlando said...

Εγώ πάλι όταν διεκδικώ ....γρυλίζω
Ρώτα την Αρτέμιδα και θα σου πει ότι είμαι εντελώς φυσιολογικό ζώον!

Marialena said...

Καλημέρα! Σας ευχαριστώ όλους για τις απόψεις που παραθέσατε. Όταν δημοσίευσα αυτό το άρθρο είχα στο νου μου την εικόνα που θέτει ο κ. "Δύων Ανατέλλων" αλλά δεν μπορώ να παραβλέψω τις ενδιαφέρουσες απόψεις του κ. Return που θέτει το ζήτημα σε άλλη βάση.Ο DCD κεντρίζεται από το θέμα και ο Orlando όπως πάντα με χιούμορ συνοψίζει, γρρρ! Όσο για μια μένα η Διεκδικητικότητα έχει να κάνει πρώτιστα με την ολοκλήρωση της προσωπικότητας και την υγιή νοοτροπία που εξασφαλίζει για την επιβίωση σε μια τόσο ανταγωνιστική κοινωνία όπως η δική μας. Η αισθητική ή μη που πηγάζει είναι αλληλένδετο αλλά όχι κυρίαρχο στην οπτική μου, χωρίς να το παραβλέπω. Μ.