Showing posts with label short stories. Show all posts
Showing posts with label short stories. Show all posts

Monday, November 24, 2008

Οι νότες της καρδιάς

Βροχερή ήταν εκείνη η νύχτα, το θυμάται ακόμα καλά... Τη νύχτα που ενώ εκείνος είχε αποκοιμηθεί στο κρεβάτι, λίγο μετά τον έρωτά τους, η Ματίνα σαν χαμένη κοιτούσε τη βροχή να πέφτει στη σκοτεινή νύχτα έξω από το παράθυρο και μαζί με τη βροχή, τα μάτια της έσταζαν δάκρυα σιωπής και απελπισίας.

Τον ερωτεύτηκε πολύ τον Σταύρο, τόσο πολύ που μετά τον χωρισμό της από τον άνδρα της, ένιωσε και πάλι ζωντανή, μέσα από το ενδιαφέρον του. Τον άκουγε στο ραδιόφωνο, όταν εκείνος έπαιζε τις αγαπημένες του ροκ μουσικές στα ερτζιανά κύματα, στην εκπομπή του, σε έναν ανεξάρτητο ραδιοφωνικό σταθμό. Τον γνώρισε σε μια συναυλία ροκ, όταν κάθησαν δίπλα και εκείνη τον αναγνώρισε. Του έπιασε τη κουβέντα, του είπε πως ήταν θαυμάστριά του και πως της άρεσε πολύ η μουσική, έπαιζε κιόλας πιάνο που είχε μάθει σαν παιδί, αλλά από κει και πέρα ακολούθησε άλλον δρόμο στη ζωή της.

Παντρεύτηκε νέα, έκανε ένα παιδάκι, ένα αγόρι τον Αχιλλέα και ο άνδρας της, όπως συμβαίνει σε τέτοιες σχέσεις, πάτησε τα σαράντα και έφυγε από το σπίτι. Άλλαξε τη ζωή του με μιας, ασφυκτιόντας στη σχέση τους πια. Και η Ματίνα βρέθηκε να μεγαλώνει το παιδί μόνη της, να περνά τα βράδυα παρέα με το ποτό και το φεγγάρι στο βάθος και την μοναξιά της να την διαπερνά σαν σπαθί που αποκεφαλίζει τον κατάδικο. Ίσα που στεκόταν στα πόδια της πια στραγγιγμένη από τον θρήνο και αποκαμωμένη από τα αξημέρωτα ξενύχτια της με θέα το άπειρο κάπου εκεί μακρυά.

Η φωνή του Σταύρου και οι μουσικές του επιλογές ήταν συχνά η συντροφιά της, μελωδίες που την ταξίδευαν ή βασάνιζαν καθώς την έφερναν ένα βήμα πριν την απόγνωση ή τη λήθη κάθε φορά. Με το τσιγάρο στο χέρι, καθισμένη στο κρεβάτι, να φυσά στον αέρα τον καπνό που χανόταν στο δωμάτιο, ανάβοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, μη μπορόντας να ελέγξει το στρες της. Πέρασε καιρός έτσι, τόσος ώστε ο Αχιλλέας, ο γιός της, τη κοιτούσε μες τα μάτια και τη ρωτούσε τι έχει, για να εισπράξει ένα όμορφο ψέμα σαν δικαιολογία, κάθε φορά που το αγόρι ρωτούσε...

Κι ήταν η συγκεκριμένη συναυλία που η Ματίνα έβαλε μια αέρινη φούστα, ένα τζιν μπουφάν και τα σανδάλια της, σαν παιδί των λουλουδιών του '60, όπου η φωνή του Σταύρου έγινε εικόνα και η εικόνα άνθρωπος, από εκεί που δεν το φανταζόταν. Από κει και μετά άκουγε φανατικά την εκπομπή του Σταύρου κάθε βράδυ και την ηχογραφούσε κιόλας για να ακούει τη φωνή του ξανά και ξανά, σαν μια αχτίδα φωτός που έσκιζε έναν μουντό ουρανό!

Πήρε τηλέφωνο στον σταθμό και ζήτησε να πάει ως ακροάτρια στο στούντιο κιόλας. Η ημερομηνία κανονίστηκε και ένα βράδυ βρέθηκε να βλέπει από κοντά τον Σταύρο να κάνει εκπομπή εκεί μπροστά της, δίπλα της και να της χαμογελάει καθώς της αφιέρωσε ένα από τα τραγούδια που είχε επιλέξει να παίξει εκείνη τη νύχτα. Μετά έφυγαν μαζί και πήγαν για ποτό σε ένα ροκ μπαράκι στα Εξάρχεια.

Μιλούσαν με πάθος για την μουσική που τους εξέφραζε, για τα τραγούδια που είχαν σηματοδοτήσει τη ζώη τους, για τους έρωτες που στιγματίστηκαν από εκείνο το μοναδικό τραγούδι που τους περιέγραφε και τόσα άλλα που τους ενέπνεαν να μοιραστούν. Η ώρα περνούσε και η Ματίνα έπρεπε να φύγει για να πάρει το παιδί από την μητέρα της που το κρατούσε όσο εκείνη έλειπε. Ο Σταύρος προθυμοποιήθηκε να την πάει σπίτι γιατί η ώρα ήταν περασμένη. Την άφησε διακριτικά στην είσοδο του σπιτιού της και την χαιρέτησε, "θα τα ξαναπούμε" της είπε και έφυγε μέσα στη νύχτα.

Την πήρε τηλέφωνο την επόμενη μέρα, την ρώτησε αν κοιμήθηκε καλά και πότε μπορούσαν να συναντηθούν. Πήγαν για φαγητό με θέα τη θάλασσα και όσο συζητούσαν, τόσο η Ματίνα αισθανόταν τη καρδιά της να χτυπά δυνατά. Της άρεσε το δίχως άλλο αυτός ο άνδρας. Μετά το φαγητό και ενώ είχαν κατέβει για μια βόλτα στη παραλία καθώς ο ήλιος έδυε στον ορίζοντα, δώθηκε και το πρώτο φιλί, καθώς τα χείλη τους αγγίχτηκαν απαλά και ύστερα δυνατότερα καθώς φιλιόταν όσο ο ουρανός βαφόταν με πορφυρά χρώματα και εκείνοι αναστέναζαν γλυκά, κρατώντας ο ένας τον άλλον από το χέρι.

Με τη σκέψη της καρφωμένη σε αυτόν τον νέο άνδρα που τόσο την έλκυε, τα βράδυα της είχαν αλλάξει μορφή, καθώς περίμενε να τον ακούσει στην εκπομπή του κάθε βράδυ και ύστερα αργά μέσα στη νύχτα, να μιλήσουν στο τηλέφωνο και η Ματίνα να αισθάνεται πως τον είχε δίπλα της ενώ μιλούσαν.

Ο καιρός περνούσε και έφτασαν να βλέπονται ενώ είχε φτάσει το καλοκαίρι. Της πρότεινε να φύγουν για ένα σαββατοκύριακο σε ένα κοντινό νησάκι του Αιγαίου, να αλλάξουν παραστάσεις από τη μεγάλη πόλη που έμεναν. Πήραν το πλοίο και ξημερώματα Σαββάτου ήταν στον προορισμό τους. Με την θάλασσα να τους τυλίγει και το άσπρο των σπιτιών να γεμίζει τη ματιά σε αντίθεση με το γαλάζιο του ουρανού, χέρι χέρι, μαζί κολυμπούσαν στην αγκαλιά των υδάτων του Αιγαίου, μαζί περπατούσαν στα σοκάκια της Χώρας, μαζί έπιναν το ποτό τους με θέα το ηλιοβασίλεμα και μαζί οδηγήθηκαν στη κάμαρή τους, στο στούντιο που είχαν νοικιάσει για την παραμονή τους εκεί.

"Ματίνα, σ' αγαπώ..." της είπε ο Σταύρος κοιτάζοντάς την στα μάτια, όταν χαλάρωσαν μετά το ερωτικό τους σμίξιμο στο κρεβάτι. "Θέλεις να με παντρευτείς, θέλω να κάνω παιδιά και οικογένεια μαζί σου" συνέχισε, ενώ της έσφιγγε το χέρι με δύναμη. Η Ματίνα τα έχασε, τον κοίταξε έκπληκτη γι' αυτήν του τη δήλωση. "Σ' αγαπώ και εγώ, πολύ, μα..." έκανε μια παύση. "Μα, τι Ματίνα?" της είπε εκείνος αγωνιόντας, "τι είναι?". "Μα εγώ δεν θέλω να ξαναπαντρευτώ και δεν θέλω να κάνω άλλα παιδιά, έχω τον Αχιλλέα, αυτός μου φτάνει!" του απάντησε. Ο Σταύρος τράβηξε το χέρι του από το δικό της και έσκυψε σκεφτικός "δεν μ' αγαπάς Ματίνα... γιατί αλλιώς..." "Σε παρακαλώ κατάλαβέ με, δεν είμαι εγώ για οικογένεια, δεν μπορώ να ξανακάνω τα ίδια λάθη ακόμα μια φορά στη ζωή μου..." και δάκρυα καυτά κύλησαν από το ροδαλό της μάγουλο. Έσκυψε το κεφάλι της και δεν μίλησε άλλο. Την πήρε το ξημέρωμα να αγναντεύει το πέλαγο από το μπαλκόνι του διαμερίσματος, ενώ ο Σταύρος κοιμόταν στο δωμάτιο.

Το πρωί, εκείνη ήταν κομμάτια και όταν ο Σταύρος της ζήτησε να ξανασκεφθεί την πρότασή του, εκείνη έγνεψε απλά συγκαταβατικά και του είπε ένα ξέπνοο "καλά" για να κλείσει η συζήτηση. Ο έρωτάς της για εκείνον δυνάμωνε ολοένα και περισσότερο και δεν ήθελε να τον χάσει από τη ζωή της, ήταν για την ίδια αυτό που αναζητούσε από καιρό...

Η Ματίνα έφυγε διακοπές με τον μικρό Αχιλλέα όταν έκλεισαν τα σχολεία και τελείωσε και εκείνη με την διδασκαλία των μαθητών της. Δυό μήνες αργότερα, επέστρεψε στην Αθήνα για να ανασυγκροτηθεί και να ξεκινήσει και πάλι η καθημερινότητά της στη πόλη. Επεδίωξε να τον δει, να περάσουν χρόνο μαζί μιας και όσο έλειπε εκτός, η επικοινωνία της με τον Σταύρο ήταν μόνο τηλεφωνική. "Πάω στο χωριό να δω τους δικούς μου, θα έλθεις?" της πρότεινε καθώς ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για τα πάτρια εδάφη. "Ευκαιρία να σε γνωρίσουν οι δικοί μου, τους έχω μιλήσει για σένα" πρόσθεσε και περίμενε την απάντησή της. Η Ματίνα πάγωσε ξανά καθώς επέστρεψε στο μυαλό της η πρόταση γάμου που της είχε κάνει λίγο καιρό πριν. Αρνήθηκε και του είπε πως δεν ήτνα έτοιμη για κάτι τέτοιο. "Θα βρεις κάποτε μια καλή κοπέλα και τότε να πας να την γνωρίσεις στους δικούς σου" του είπε ξανά, μα εκείνος ήταν ανένδοτος "αφού εσένα αγαπάω βρε Ματινάκι, δεν το καταλαβαίνεις? Είναι τόσο παράλογο αυτό που σου ζητάω?" την κοίταξε με παραπονεμένο ύφος ενώ της έλεγε.

Η Ματίνα δεν πήγε στο χωριό μαζί του τελικά, την έτρωγε μέσα της το δίλημμα, μα δεν υποχωρούσε στην άποψή της. Έλεγε και σε μια φίλη της μάλιστα, πως ήθελε να τον δει να κάνει σχέση με μια κοπέλα που θα ήθελε να παντρευτούν, όμως από την άλλη τον ήθελε μόνο δικό της, σε εκείνα τα παράλογα παιχνίδια του μυαλού που μόνον ο έρωτας ξέρει να παίζει στο κεφάλι ενός ερωτευμένου ανθρώπου. Επιστρέφοντας ο Σταύρος, προφασιζόταν δουλειά και έτσι δεν συναντιόταν πια τόσο συχνά όσο παλιότερα. Εκείνη το κατάλαβε πως κάτι συνέβαινε και κάποια στιγμή, ενώ τον έπαιρνε τηλέφωνο και δεν το σήκωνε, του έστειλε ένα μήνυμα "Γιατί με αποφεύγεις Σταύρο? Συμβαίνει κάτι?" και πάλι απάντηση δεν πήρε.

Μπήκε ξανά ο Σεπτέμβρης, άρχισαν τα σχολεία και η εργασιακή πραγματικότητα της Ματίνας επανήλθε σε γνώριμους ρυθμούς. Ο Αχιλλέας την απασχολούσε με τα μαθήματά του και εκείνη ακόμα δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της τον Σταύρο. Οι επαφές τους είχαν αραιώσει αρκετά και μιλούσαν πια πολύ πιο αραιά. Η Ματίνα άρχισε πάλι να περνά εκείνες τις ατέλειωτες νύχτες αγρυπνίας, που με το τσιγάρο και το ποτό στο χέρι, καθόταν στο κρεβάτι της, άνοιγε το ραδιόφωνο και άκουγε την εκπομπή του, καθώς η καρδιά της πήγαινε να σπάει στο άκουσμα της φωνής του στο μικρόφωνο.

Ένα βράδυ δεν άντεξε και πήγε στο στέκι που ήξερε πως σύχναζε ο Σταύρος μετά την εκπομπή, ένα μπαράκι στο κέντρο της πόλης. Μπήκε μέσα βρεγμένη από τη βροχή που ήδη είχε αρχίσει να πέφτει και τον βρήκε να κάθεται με την παρέα του και να πίνουν στο μπαρ. "Ματίνα, τι κάνεις εσύ εδώ?" τη ρώτησε καθώς την είδε να έρχεται προς το μέρος του. "Σε θέλω, αφού το ξέρεις πως σε θέλω, γιατί δεν μου απαντάς στα τηλέφωνά μου" του είπε με απόγνωση. Την κοίταξε στα μάτια και την πήρε αγκαλιά, ενώ ένιωθε την καρδιά της να χτυπά ακόμα δυνατότερα. Της χαίδεψε τα μαλλιά, το άγγιγμά τους τον τρέλλαινε ακόμα και τώρα, "θέλω να κάνω οικογένεια Ματίνα μου, δεν μπορώ να ξοδεύομαι σε σχέσεις δίχως αύριο" της είπε κοιτάζοντάς την μέσα στα υγρά της μάτια. "Σ' αγαπώ, Σταύρο, σ' αγαπώ..." του ψιθύρισε στο αυτί "δεν μπορώ χωρίς εσένα..."


Kissing in the rain, image by nucita @ photobucket.com

Την πήρε από το χέρι και έφυγαν για το σπίτι του, όταν έφτασαν έβαλε την αγαπημένη του μουσική που του άρεσε να τους συνοδεύει όταν έκαναν έρωτα και την οδήγησε στη κρεβατοκάμαρα. Τρυφερά της έκανε έρωτα όπως και πρώτα, ενώ εκείνη άφηνε να κυλήσει ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού της, καθώς εκείνος βρισκόταν από πάνω της και την φιλούσε. Έκαναν έρωτα και τα κορμιά τους ενώθηκαν για μια ακόμη φορά σε μιαν αδιάψευστη ενότητα, τόσο γνώριμη και τόσο διαφορετική από την προηγούμενη. Η μουσική στο βάθος ακουγόταν και συνόδευε τις αναπνοές της καθώς το πάθος καταλάγιαζε και εκείνος της έδινε ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο, πριν ξαπλώσει δίπλα της.

Βροχερή ήταν εκείνη η νύχτα, το θυμάται ακόμα καλά... Τη νύχτα που ενώ εκείνος είχε αποκοιμηθεί στο κρεβάτι, λίγο μετά τον έρωτά τους, η Ματίνα σαν χαμένη κοιτούσε τη βροχή να πέφτει στη σκοτεινή νύχτα έξω από το παράθυρο και μαζί με τη βροχή, τα μάτια της έσταζαν δάκρυα σιωπής και απελπισίας.

Δεν έκατσε να κοιμηθούν μαζί, έτρεξε στο σπίτι της τα ξημερώματα, έφυγε αθόρυβα από κοντά του σαν κυνηγημένη, ενώ λυγμοί την έκαναν να αναταράσσεται καθώς η εικόνα του δεν έφευγε από μπροστά της, σαν φάντασμα ή είδωλο του άνδρα που αγάπησε. Ο Σταύρος δεν την ξαναπήρε τηλέφωνο, ούτε επεδίωξε να έχει επαφή μαζί της καθώς ο καιρός προχωρούσε και έμπαινε ο χειμώνας. Η Ματίνα αργότερα έμαθε από κοινούς γνωστούς πως ο Σταύρος είχε γνωρίσει μια νεότερή του κοπέλα και πως ήταν καλά μαζί. Όσο για εκείνη, περνούσε και πάλι τα βράδυα της στο κρεβάτι βάζοντας στο ραδιόφωνο την εκπομπή του, ενώ σχημάτιζε σύννεφα καπνού κοιτώντας το ταβάνι. Ο Σταύρος ήταν για πάντα δικός της, όσο το τραγούδι του έρωτά τους αντηχούσε ακόμα στα αυτιά της...

Μαριαλένα, 12-24/11/2008

Monday, November 10, 2008

Kama Sutra

Γνωρίστηκαν μέσω αλληλογραφίας λίγο πριν κλείσουν τα τριάντα τους. Εκείνος ήταν Ινδός, εκείνη Ελληνίδα. Αμερικανοσπουδαγμένοι και οι δυο, έβρισκαν ενδιαφέρον στην μεταξύ τους αλληλογραφία, να μιλούν για την αρχαία ελληνική γραμματεία και φιλοσοφία και καθώς ο καιρός περνούσε η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ τους γινόταν ολοένα και πιο ευχάριστη.

Επιχειρηματίας εκείνος εργοστασιάρχης στη πατρίδα του, ταξίδευε συχνά στην Ευρώπη για τις εξαγωγές που έκανε. Της ανακοίνωσε πως θα έφτανε στην Ελλάδα εκείνο το καλοκαίρι, για να έλθει σε επαφή με τους ντόπιους συνεργάτες του. Κανόνισαν να συναντηθούν, να γνωριστούν από κοντά επιτέλους.

Συναντήθηκαν στο ξενοδοχείο του στην Αθήνα. Μελαμψός, με υπέροχα κατσανά μάτια και φωτεινό χαμόγελο, την κατέκτησε με την ευγένειά του από την πρώτη στιγμή. Του πρότεινε το σαββατοκύριακο να τον φιλοξενήσει στο παραθαλάσσιο εξοχικό της έξω από την Αθήνα και εκείνος δέχτηκε με χαρά.

Με το αυτοκίνητό της έφτασαν στη παραλιακή τοποθεσία και τακτοποιήθηκαν στα δωμάτιά τους. Οι γονείς της ήταν στο δικό τους διαμέρισμα και το βράδυ έφαγαν όλοι μαζί συζητώντας για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και τον αντίστοιχο ινδικό μεταξύ τυρού και αχλαδιού. Μετά το δείπνο, βγήκαν έξω και κατευθύνθηκαν προς ένα δημοφιλές μπαράκι της περιοχής. Του άρεσαν οι ανατολίτικοι ρυθμοί και ενώ έπιναν το ποτό τους, της άγγιξε το χέρι με νόημα. Τότε εκείνη κατάλαβε πως του άρεσε και το παιχνίδι ξεκίνησε μεταξύ τους. Κάθησαν στην παραλία μπροστά από το μπαράκι και εκείνος τρυφερά ακούμπησε πάνω της όσο άκουγαν τον ήχο των κυμάτων να μπλέκεται γλυκά με την μουσική λίγο μακρύτερα.


Kama Sutra, image by www.dancingshakina.com

Γύρισαν σπίτι και κατευθύνθηκαν προς το δικό της διαμέρισμα. Καληνυχτίστηκαν στο χωλ και εκεί που εκείνη νόμιζε πως θα έπεφταν για ύπνο, εμφανίστηκε μπροστά της φορώντας μια κατάλευκη μακριά κελεμπία και κάθησε δίπλα της στο κρεβάτι. Τον κοίταξε με συστολή μα και δέος, έτσι μελαχροινός που ήταν και γεροδεμένος, φάνταζε σαν κάτι το ιδιαίτερο μέσα στη λευκή φορεσιά του.

"Ξέρεις" του είπε ξεροκαταπίνοντας, "δεν το έχω ξανακάνει αυτό..." εννοώντας πως ήταν ο πρώτος άνδρας που ερχόταν στο κρεββάτι της. "Ούτε και εγώ" της απάντησε, μα εκείνη τη στιγμή δεν είχε σημασία αν έλεγε αλήθεια ή ψέμματα. Αργά αργά, της αφαιρούσε τα ρούχα της ενώ φιλιόντουσαν και την ξάπλωσε στο κρεββάτι. Έβγαλε και εκείνος το φόρεμά του και φάνταζε στα μάτια της πελώριος! Ξάπλωσαν και η επαφή τους, ήταν ένας συνδιασμός ινδουιστικού τελετουργικού πασπαλισμένου με μεσογειακό ταπεραμέντο! Εκείνος ήξερε καλά να μην βιάζεται να προχωρήσει και εκείνη έβρισκε στο πρόσωπό του τον ιδανικό εραστή που της έξαπτε την επιθυμία να τον γευτεί μέχρι τέλους. Το κρεββάτι της είχε επιτέλους ευλογηθεί από την ένωση των δύο εραστών.

Τη νύχτα εκείνη, ο έρωτας που έκαναν ήταν μοναδικός, ανεπανάληπτος. Την επομένη πήγαν για μπάνιο στη παραλία, έφαγαν φρέσκο ψάρι και το απόγευμα επέστεψαν στην Αθήνα. Θα ξαναγύριζε σύντομα στη πόλη για τις δουλειές του, οπότε υποσχέθηκαν πως θα ξανασυναντηθούν τότε. Πήγε και τον πήρε πάλι από το ξενοδοχείο του και πήγαν σε ένα θεαματικό σημείο της πόλης να απολαύσουν τον καφέ τους. Το βράδυ καθώς τον άφηνε στο ξενοδοχείο, του ζήτησε να της κάνει έρωτα. Ένιωθε ήδη το κορμί της να θέλει να τον γευτεί και του το ζήτησε χωρίς ενδοιασμούς. Εκείνος ξαφνιάστηκε μα την οδήγησε στο δωμάτιό του. Με τελευταίο προπύργιο τα γαλάζια δαντελένια της εσώρουχα, το πάθος για κείνον φούντωνε μέσα της καθώς τα χείλη τους έσμιγαν στη χημεία των κορμιών τους. Τον είχε ερωτευθεί το δίχως άλλο, αυτόν τον ινδό καρδιοκατακτητή...

Της έστειλε ένα e-mail λίγο αργότερα, λέγοντάς της πως παντρεύτηκε στη πατρίδα του την κοπέλα που αγαπούσε εδώ και επτά χρόνια. Τον συνεχάρη και του ευχήθηκε τα καλύτερα, μα μέσα της κατακεραυνώθηκε καθώς αυτό που αντιπροσώπευε αυτός ο άνθρωπος για εκείνην ήταν σχεδόν ιδανικό. Νέος, γοητευτικός, ικανός εραστής, δημιουργημένος και καλλιεργημένος, τα είχε όλα όσα μπορούσε να φανταστεί ότι θα είχε ένας ιδεατός άνδρας για εκείνην. Και τώρα παντρευόταν μιαν άλλην στη πατρίδα του, τι ανόητη που ήταν να ελπίζει πως...

Η επικοινωνία τους άρχισε να αραιώνει σιγά σιγά και να γίνεται περισσότερο τυπική. Εξακολουθούσε να τον θέλει πολύ, μα πια αυτό ήταν μοναχά δικό της πρόβλημα. Την ειδοποιούσε πως θα επέστρεφε στην Ελλάδα για τις δουλειές του, μα εκείνη δεν άντεχε πλέον να τον ξαναδεί. Άλλες φορές κανόνιζε να λείπει, άλλες απλά του αρνείτο ευγενικά, μα εκείνος για πολλά ακόμα χρόνια επέμενε να θέλει να την ξανασυναντήσει.

Κάθε φορά που ελάμβανε μια τέτοια ειδοποίηση από εκείνον, αναστατωνόταν στη θύμησή του. Ένιωθε πως δεν μπορούσε πια να τον αντιμετωπίσει φιλικά, έστω και αυτό ίσχυε όσα χρόνια επικοινωνούσαν μέσω αλληλογραφίας. Εκείνη βρήκε το θάρρος να του εξομολογηθεί πως είχε νιώσει απέναντί του από τότε που τον φιλοξένησε στο σπίτι της, έστω και αν αυτή της η παραδοχή έγινε πέντε χρόνια σχεδόν μετά την πρώτη τους επαφή.

Καμμιά φορά τον αναπολούσε σαν εραστή καθώς στο τοπ 10 της ο συγκεκριμένος είχε καταλάβει την πρώτη θέση με τον τρόπο τον δικό του, τον καμασουτρικό που της έκανε έρωτα! Έμεινε ένα σάρι που της έφερε να τον θυμίζει κάθε φορά που το φορούσε σαν παρεό και εκείνες οι νύχτες του πάθους και της έξαψης που μοιράστηκαν οι ετερόκλητοι αυτοί εραστές. Αν μονάχα τα παραμύθια ζωντάνευαν, τώρα θα ήταν μια από τις γυναίκες του στο χαρέμι, στο παλάτι του κάπου στα βάθη της Ινδίας...

kamasutra Pictures, Images and Photos
Kamasutra, image by rio1714@photobucket.com

Marialena, 16/06/2007

Monday, September 22, 2008

H πρώτη φορά

Παδιά ήταν ακόμα και οι δυό τους, 21 χρονών ξεπεταρούδια, όταν γνωρίστηκαν. Γειτονόπουλα, στα παιδικά τους χρόνια πήγαιναν μαζί στα αγγλικά. Στο γυμνάσιο άλλαξαν σχολεία και να που το έφερε η μοίρα να βρεθούν ξανά νεαροί ενήλικες πια.

Εκείνη πήγαινε στο πανεπιστήμιο 2ετής φοιτήτρια, όταν εκείνο το καλοκαίρι κάποιοι κοινοί τους φίλοι τους έφεραν ξανά σε επαφή. Εκείνος δούλευε ήδη σε δική του δουλειά. "Δεν είσαι εσύ που πηγαίναμε αγγλικά μαζί?" τον ρώτησε η κοπέλα όταν βρέθηκαν. Όντως, το μικροκαμωμένο παιδάκι που έπαιζε όλο μπάλα στα διαλλείματα, ήταν ο νεαρός μπροστά της. Γύρισαν σπίτι μαζί από τον καφέ, τα λέμε είπαν και χαιρετήθηκαν.

Το καλοκαίρι προχωρούσε και έγινε μια πρόσκληση και για τους δυό σε κοινωνική εκδήλωση εκτός Αθηνών. Προέκυψε πως θα πήγαιναν και οι δυό τους εκεί. Με χαρά η κοπέλα περίμενε να φτάσει ο καιρός για να πάει στην εκδήλωση που είχε προσκληθεί. Συναντήθηκαν τυχαία στο δρόμο και επιβεβαίωσαν τη συμμετοχή τους.

Μπήκε Αύγουστος, η βαλίτσα έτοιμη για αναχώρηση για την ολιγοήμερη απόδραση. Έφτασαν στον προορισμό τους και τακτοποιήθηκαν στα δωμάτιά τους. Η παρέα αποτελούνταν από μικρότερους και μεγαλύτερους σε ηλικία, ένα πολύχρωμο πλήθος που είχε μαζευτεί για την περίσταση. Έκαναν κάποιες βόλτες, πήγαιναν για μπάνιο στη πισίνα, χαζολογούσαν με χαλαρή διάθεση, όντας σε διακοπές.

Ένα βράδυ καθώς πήγαιναν για ύπνο, καληνυχτίστηκαν και η κοπέλα πήγε στο δωμάτιό της για να κοιμηθεί. Έβγαλε τα ρούχα της και φόρεσε ένα καλοκαιρινό ανάλαφρο νυχτικάκι. Έπεσε στο κρεβάτι και τότε από το ανοιχτό παράθυρο τον άκουσε να κάνει θόρυβο από το διπλανό δωμάτιο. Έκανε να γυρίσει πλευρό, μα τότε άκουσε ένα χτύπημα στη πόρτα της. "Να περάσω?" της είπε σιγανά. Άνοιξε την πόρτα και πέρασε μέσα. Εκείνος φορούσε μόνον ένα σορτάκι και το σώμα του καλογυμνασμένο ξεπρόβαλλε με την φρεσκάδα των 21 Μαϊων που μετρούσε.

Κοιτάχτηκαν για λίγο και τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα παθιασμένο φιλί. Οι γλώσσες τους άγγιζαν διερευνητικά το στόμα του ενός και του άλλου και η γλύκα του φιλιού τους έκανε να λαχταρούν όλο και περισσότερο. Την οδήγησε στο κρεββάτι, ξάπλωσαν κάτω και άρχισε να της χαϊδεύει το κορμί. Η κοπέλα δεν είχε ξανανιώσει έτσι στη ζωή της. Πρώτη φορά που άνδρας την άγγιζε κατ' αυτόν τον τρόπο. Έμεινε να ζει τη στιγμή, ενώ αισθανόταν το σώμα της να ξυπνά μέσα από τους ίδιους τους χυμούς της.

Το άγγιγμά του την ξετρέλλαινε και ας στεκόταν ακίνητη καθώς την χαϊδευε και φιλούσε για ώρα. Της έβγαλε το νυχτικάκι και το πέταξε στο πάτωμα. Το εφηβικό της σώμα έλαμπε μπρος στα έκπληκτα μάτια της. Τα στήθη της πάλλονταν από την πρωτόγνωρη έξαψη!
"Εσύ δεν θες να μ' αγγίζεις?" τη ρώτησε το αγόρι σε μια στιγμή. Του απάντησε πως ήθελε να απολαύσει αυτό που της πρόσφερε, μα κατά βάθος εννούσε πως δεν ήξερε τι να κάνει και πως να φερθεί...

Η νύχτα την άφησε με το αφημένο στο πάτωμα νυχτικάκι και τη μυρωδιά του ολόγυρα στο κορμί της. Το σώμα της ακόμα ζεστό από τα χάδια του και η πηγή της να αναβλύζει από μια γλυκιά αίσθηση κινητοποίησης. Της άρεσε αυτό το αγόρι, της άρεσε πολύ! Την επόμενη μέρα αμήχανα αντάλλασαν ματιές και αγγίγματα όσο ήταν έξω με κόσμο. Το βράδυ πάλι στα δωμάτιά τους, η υγρή νύχτα τους έκανε να θέλουν να καθήσουν στο μπαλκόνι. Εκείνη ένιωσε ξανά αυτή την αίσθηση του πόθου να την πλημμυρίζει, πήγε στο μπαλκόνι του που εκείνος βρισκόταν. Κάθησε στα γόνατά του και άρχισε να τον φιλά ασταμάτητα. Το κορμί της πάλι είχε υγρανθεί από την επαφή. Σαν μέλισσα τρυγούσε τα φιλιά του και τα χέρια του άγγιζαν και πάλι το στήθος της, προκαλώντας της ρίγη. Μέχρι που έπιασε η πρωϊνή δροσούλα ήταν μαζί στο μπαλκόνι παίζοντας ο ένας με τον άλλον.


Young lovers, image by www.bartcop.com

Βράδυασε πάλι και με κάποιους ακόμα φίλους βγήκαν για βόλτα στη πλησιέστερη πόλη. Ήπιαν ένα ποτάκι και στην επιστροφή οι δρόμοι με τους φίλους χώρισαν. Έμειναν μόνοι να γυρίσουν στο ξενοδοχείο με τα πόδια. Σταμάτησαν σε ένα αλσήλιο και κάθησαν σε ένα παγκάκι. Πάλι η τρέλλα της έλξης ξύπνησε από τον λήθαργό της και το επόμενο βήμα τους ήταν να πετάξουν τα ρούχα τους μέσα σε μια καμπάνα στη παραλία και έτσι ολόγυμνοι να ερωτοτροπούν, μέχρις που προσπάθησαν να ολοκληρώσουν. Η κοπέλα δεν μπόρεσε να χαλαρώσει, της ήταν αδύνατον να προχωρήσει.

Μα εκείνη ήταν ευτυχισμένη, ενθουσιασμένη, μεθυσμένη από τον άνδρα αυτόν τον θελκτικό που την αναστάτωνε τόσο πολύ! Γύρισαν στην Αθήνα, μπήκε φθινόπωρο, ξαναβρέθηκαν. Μοιράστηκαν φιλιά και χάδια στο αυτοκίνητο, στη βόλτα, αλλά τίποτα δεν έμοιαζε με την ξενοιασιά των διακοπών.

Ένα απόγευμα βγήκαν για καφέ οι δυό τους και τότε της είπε πως τα είχε με κάποιαν άλλη κοπέλα παράλληλα, αλλά επειδή την ήθελε θα χώριζε για να είναι μαζί. Εκείνη το απέκλεισε, ξενέρωσε και στην ιδέα πως θα γινόταν κάτι τέτοιο. Του είπε πως καλύτερα όχι και θέλησε να φύγει από τη μέση. Συναντιόντουσαν όμως συχνά στη γειτονιά και εκείνη ένιωθε πως κάθε φορά που τον συναντούσε της κόβονταν τα πόδια από το καρδιοχτύπι. Ήταν ακόμα υπάκουο παιδί η αφεντιά της, όσο και αν τον ήθελε, επειδή δεν ήταν "της τάξεώς της", άκουσε και τη μαμά που βολικά την καθοδήγησε όταν αντιλήφθηκε το φλερτ της κόρης με το παλληκάρι. Αντ' αυτού, άρχισε να πηγαίνει γυμναστήριο, να ξεχνιέται και να συνεχίζει να είναι το "καλό παιδί" που πάντα ήταν.

Το πανεπιστήμιο τελείωσε, έπιασε την πρώτη της δουλειά, τα χρόνια περνούσαν. Ήταν ήδη 25 χρονών. Ένα βροχερό απόγευμα, με τα ρούχα της δουλειάς και αρκετή κούραση, πετάχτηκε στο σούπερ μάρκετ να ψωνίσει. Τον βρήκε στο ταμείο να περιμένει να πληρώσει και σταμάτησε για να μιλήσουν. Φορούσε ένα καρό πουκαμισάκι και τα γεροδεμένα του μπράτσα ξεχώριζαν ακόμα μέσα από τα μανίκια. Μίλησαν κανονικά, είπαν τα νέα τους, είχαν περάσει κοντά τέσσερα χρόνια από τότε. Χαιρετηθήκαν και στον γυρισμό εκείνη αναρωτιώταν γιατί ένιωθε ακόμα αυτό το κόψιμο στα γόνατα μαζί του. Ήταν φανερό, δεν τον είχε ξεπεράσει! Ο πρώτος ιδανικός έρωτάς της ήταν μέσα της αξεπέραστος...

Πολλά συνέβησαν και στις ζωές των δυο τους εν τω μεταξύ, ακολουθώντας διαφορετικές κατευθύνσεις. Εκείνη ακολουθούσε καριέρα, εκείνος πήρε την επιχείρηση του πατέρα του και δούλευε εκεί. Έμαθε πως παντρεύτηκε μια κοπελίτσα και άνοιξε σπιτικό. Ένα απόγευμα, ένα αυτοκίνητο σταμάτησε εμπρός της στο πεζοδρόμιο. Κατέβηκε μια γνώριμη φιγούρα, τώρα πια λίγο πιο σπασμένος από πριν στα 30 και του. Την χαιρέτησε εγκάρδια και της έδειξε τον πρωτότοκό του στο πίσω κάθισμα. Ο γιός μου της είπε και της ανακοίνωσε πως η γυναίκα του ήταν ήδη έγκυος στο δεύτερο παιδί τους. Μίλησαν για λίγη ώρα, εκείνη ούτε καν είχε μπει στη διαδικασία δημιουργίας οικογένειας. Φιληθήκαν και μπήκε ξανά στο αυτοκίνητό του για να φύγει.

Δεν έτυχε να τον ξαναδεί από τότε, αλλά μάθαινε πως με τα δυό του παιδιά είναι καλά, οικογενειάρχης πια εδώ και χρόνια. ΄Όταν εκείνη άλλαξε αυτοκίνητο, πήρε το ίδιο μοντέλο με το δικό του. Ακόμα αναρωτιέται αν όταν το αντίκρυσε να το οδηγεί εκείνος, της έκανε κάποιο κλικ, ή απλά ήταν τυχαίο ότι τους άρεσε το ίδιο αυτοκίνητο?

Υ.Γ. Την τιμή της επέλεξε να μην τη δώσει σε κανέναν άνδρα, να μην είναι κανένας ο εκπορθητής του φρουρίου της. Το έκανε η ίδια ένα βράδυ, χωρίς πόνο και ενοχές, αποφασισμένη να απαλλαγεί μια και καλή από τους ηθικούς φραγμούς της παρθενίας και δεν μετάνιωσε ποτέ γι' αυτό!

Marialena, 15/06/2007 (μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι αληθινή)

Wednesday, July 09, 2008

Δύση κι Ανατολή

Κατάγονταν από τα ίδια μέρη, μα μεγάλωσαν αλλού. Εκείνη σε μια χώρα της Δύσης, εκείνος στον τόπο καταγωγής τους. Γνωρίστηκαν στα νεανικά τους χρόνια και με αφετηρία την γενέθλια πόλη, η φιλία τους εξελισσόταν σε μια διατλαντική γέφυρα δυο πολιτισμών. Εκείνη του έλεγε πάντα ότι το είχε σκοπό στη ζωή της να επιστρέψει στα πατρογονικά εδάφη και εκείνος απλά ζούσε και εργαζόταν πια εκεί, έχοντας φτιάξει μια καλή ζωή.

Κάποτε της έστειλε μια πρόσκληση για Ιταλία, λέγοντάς της ότι θα βρισκόταν στη Βόρειο Ιταλία για έξι μήνες, για μια μετεκπαίδευση πάνω στη δουλειά του και την προσκαλούσε όποτε ήθελε να πάει να τον επισκευθεί. Είχε να δει τον φίλο της κάποια χρόνια και καθώς η άνοιξη είχε μπει για τα καλά, αποφάσισε να πάει να τον βρει.

Την περίμενε στο αεροδρόμιο και μαζί επέστρεψαν στο ξενοδοχείο που θα έμεναν και οι δυο. Τα τοπία του Ιταλικού Βορρά τριγύρω έδιναν χρώμα στη θέα και το δωμάτιο που θα έμεναν από κοινού, φιλόξενο. Εκείνος, φιλικός και κοσμοπολίτης από χαρακτήρος, την περίμενε για να φάνε μαζί σε λίγο και να τα πούνε. Εκείνη, περιπετειώδης άνθρωπος, χαιρόταν τη συντροφιά τους και αντάλασσαν τα νέα τους.

Παρόλο που ο αέρας του την έλκυε, ποτέ δεν είχε ομολογήσει στον εαυτό της ότι της άρεσε πραγματικά αυτός ο μακρυνός της φίλος. Τον έβλεπε πάντα σαν κάτι έξω από αυτήν, έναν όμορφο άνδρα πέραν του βεληνεκούς της. Όμως, όταν το βράδυ επέστρεψαν στο δωμάτιο και έκαναν να κοιμηθούν, εκείνος διακριτικά μεν, αλλά αποφασισμένος δε, τη πλησιάσε ερωτικά. Νευρική η πρώτη τους επαφή, έμοιαζε σαν να ήθελε να την κατακτήσει, ίσως και γι' αυτό να την είχε προσκαλέσει να πάει να τον βρει από μια μεριά. Της έμεινε το αίσθημα της ανικανοποίησης, μα η πρώτη αυτή φορά ήταν και για τους δυο διερευνητική.

Τις επόμενες μέρες, περνούσαν τον καιρό τους περπατώντας στην μεσαιωνική πολιτεία που βρισκόταν, επισκέπτονταν τα μνημεία, μιλούσαν, γελούσαν, όντας μαζί για όλη την ημέρα. Η επαφή τους στο κρεβάτι, ολοένα και γλύκαινε καθώς μάθαινε ο ένας τους τρόπους του άλλου. Εκείνη δεν χόρταινε να αγγίζει το καλογυμνασμένο του σώμα, ενώ εκείνος ερεθιζόταν και μόνο στη σκέψη ότι εκείνη ανταποκρίνονταν στον έρωτά του.

Καθώς η μέρα που θα αναχωρούσε για την πατρίδα της πλησίαζε, αποφάσισαν να πάρουν το τρένο και να πάνε ένα ταξίδι να δουν κάποια μέρη πέραν της περιοχής τους, σαν μια εκδρομή. Το τρένο διέσχιζε τη μισή Ιταλία για να φτάσουν στον προορισμό τους και εκείνοι οι δυο, δίπλα δίπλα, έμοιαζαν σαν πιτσουνάκια, έτσι χαλαροί και ευχαριστημένοι που έδειχναν. Πέρασαν μια γεμάτη από περιηγήσεις μέρα, χαζολόγησαν στην θάλασσα που ήδη είχαν φτάσει, λέγοντας πόσο τους θύμιζε το τοπίο την κοινή τους πατρίδα και το βραδάκι επέστρεφαν ξανά στη πόλη τους αποκαμωμένοι.

Image Hosted by ImageShack.us
Think2, image by tinpan.fortunecity.com

Στο τρένο εκείνος είχε γύρει πάνω της και της κρατούσε το χέρι στη διαδρομή, ενώ εκείνη τρυφερά τον χάιδευε και χαιρόταν αυτό το μαζί τους. Η διαμονή της τελείωσε και έπρεπε να φύγει ξανά μακρυά. Την πήγε στο αεροδρόμιο, η αίσθησή της ήταν πως μέχρι εδώ ήταν, ενώ προσπαθούσε να μην δείξει την συγκίνησή της στον αποχαιρετισμό.
Άλλωστε ήξερε πως δυο άνθρωποι σε δυο ηπείρους, ήταν δύσκολο να έχουν μιαν άλλη σχέση από αυτήν, ο καθένας είχε τη ζωή του εκεί που έμενε.

Η εικόνα των δυό τους στο τρένο να κρατιόνται από το χέρι και εκείνος να κοιμάται στην αγκαλιά της, δεν έλεγε να της φύγει από το μυαλό όσο και αν περνούσε ο καιρός. Ευχόταν πολλές φορές να μπορούσε να έχει κάτι τέτοιο στην πολυάσχολη ζωή της, της έμοιαζε με όαση τρυφερότητας κάτι τέτοιο και πόσο της έλειπε!

Η επικοινωνία που αντάλλασαν ήταν πάντα φιλική με μια δόση φλερτ που έμενε στο χαρτί. Είχε να ακούσει από κεινον αρκετούς μήνες, μέχρι που ένα μήνυμά του την έβαλε πάλι σε σκέψεις! Την ρωτούσε τι θα έκανε με ταξίδια της αυτό το καλοκαίρι, εμμέσως πλην σαφώς, της πέταγε το μπαλάκι για να βρεθούν ξανά. Του απάντησε ότι ήταν διαθέσιμη και αναμένοντας τη δική του αντίδραση, άρχισε να σκέφτεται πως αυτή την φορά θα έβρισκε ευκαιρία επιτέλους και θα πήγαινε να επισκευθεί τη γη των προγόνων της, σαν προσκύνημα, ενώ φανταζόταν ότι θα ξανάβλεπε τον φίλο της και ίσως να επαναλαμβανόταν το ερωτικό τους σμίξιμο, όπως τότε στην Ιταλία.

Περίμενε μόνο μια δική του καταφατική απάντηση και τότε δεν θα την σταματούσε τίποτα!
Μα θεωρούσε πως εκείνος δεν συμμεριζόταν αυτά που ένοιωθε μέσα στην καρδιά της. Του πήρε καιρό να απαντήσει στο μήνυμά της και το μόνο που έλεγε ήταν απλές τυπικότητες, χωρίς να αφήνει περιθώριο για μια ακόμα συνάντησή τους. Δεν του είπε τίποτα για την επιθυμία της, αλλά μέσα της ήξερε πολύ καλά πως κάποια μέρα θα πήγαινε να επισκευθεί την γη των προγόνων της, αλλά αν τον έβλεπε ξανά αυτό παρέμενε μυστήριο μέσα στο μυαλό της. Το μόνο που έκανε ήταν να αφήνει την Τύχη να αποφασίσει για τα μελλούμενα...

Marialena, 24/06/2007

Wednesday, June 04, 2008

Το πρώτο φιλί...

Μόλις είχε τελειώσει την τρίτη λυκείου εκείνο το καλοκαίρι και αφήνοντας πίσω της τις εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, έφυγε για διακοπές στο χωριό του πατέρα της. Απιευδισμένη από την υπερπροσπάθεια όλης της τελευταίας σχολικής χρονιάς, το μόνο που ήθελε, ήταν να περάσει τον καιρό των διακοπών της όσο πιο χαλαρά γινόταν.

Η καθημέρινότητά της περιελάμβανε βόλτες στο χωριό και στις γύρω εξοχές με το ποδήλατό της για να ξεσκάσει, καλοκαιρινό σινεμαδάκι τακτικά τα βράδυα, μουσική στο κασετοφωνάκι της, ανάγνωση κάποιων ελαφρών αναγνωσμάτων, γιατί από την πολλή μελέτη της εξεταστέας ύλης, είχε σιχαθεί τα βιβλία εκείνη την εποχή.

Ο πατέρας της ανέφερε πως συνάντησε έναν παλιό του συμμαθητή που είχε φύγει στο εξωτερικό μετανάστης και τον βρήκε να παραθερίζει και εκείνος με την οικογένειά του στο χωριό, όχι μακρυά από εκεί που έμεναν και οι ίδιοι. Ο φίλος είχε και ένα αγόρι στην ηλικία του κοριτσιού και ο πατέρας συμπλήρωσε πως σύντομα θα βρισκόταν όλοι μαζί για να θυμηθούν τα παλιά.

Η συνάντηση δεν άργησε να γίνει και ο γιός του μετανάστη, ένα λεπτοκαμωμένο αγόρι με ξενική προφορά, συστήθηκε στο κορίτσι. Με ξενικό όνομα και τρόπους, ήταν αρκετά φιλικός απέναντί της και είπαν πως θα ξαναβρεθούν κάποια στιγμή. Ένα από τα απογεύματα που εκείνη έπαιρνε το ποδήλατό της και έκανε για αρκετή ώρα ποδήλατο μέχρι να πέσει ο ήλιος, τον συνάντησε να κάθεται στην βεράντα του σπιτιού του. Αυτό επαναλήφθηκε κάποιες φορές μέχρι που την κάλεσε να περάσει στο σπίτι και να μην συνεχίσει τη βόλτα της. Εκείνη πέρασε μέσα και χωρίς να το καταλάβει, καθώς της έδειχνε το σπίτι του, της έδωσε ένα φιλί στο στόμα, το πρώτο της φιλί! Απορημένη με τη διάθεσή του, τον κοίταξε με την έκπληξη ζωγραφισμένη στην έκφρασή της. Τι ήταν αυτό άραγε? Εκείνος κατάλαβε την απειρία της και προθυμοποιήθηκε να της δείξει το γαλλικό φιλί. Φιλί στο φιλί εξοικειώθηκε με την αίσθηση αυτή στα χείλη της, αν και αυτή η πρώτη επαφή με ένα άλλο αγόρι, την έφερε προ απροόπτου.

Image Hosted by ImageShack.us
An introductory kiss - image by http://beyondthemoon.virtualave.net

Με κομμένα τα πόδια από την ταραχή της, έφυγε και γύρισε σπίτι γρήγορα. Τι βόλτα να πήγαινε μετά από αυτήν την εμπειρία? Κάποιες φορές τον έβλεπε στο ξώφαλτσο καθώς διέσχιζε τον δρόμο εμπρός από το σπίτι του, κάποιες όχι. Με παρέα από συνομήλικα παιδιά, κανόνισαν να πάνε στη τοπική ντίσκο να διασκεδάσουν. Αν και οι γονείς της εξακολουθούσαν να είναι αυστηροί με το ωράριο της εξόδου της, η ώρα που πέρασαν χορεύοντας και διασκεδάζοντας της έδωσε ικανοποίηση. Έπρεπε να φύγει για το σπίτι και ο νεαρός τη συνόδευσε στο γυρισμό. Κρατιόταν χέρι χέρι και κάποια στιγμή κάθησαν κάτω σε ένα πλακόστρωτο να μιλήσουν. Το τι είπαν δεν έχει πια σημασία, κουβέντες δυο νέων ανθρώπων ήταν, μα εκείνη θυμόταν πως έτσι όπως καθόταν αντίκρυζε το φεγγάρι και τα αστέρια απέναντί της!

Ενόσω οι διακοπές κυλούσαν σε αυτούς τους ρυθμούς, η μητέρα της ανακοίνωσε τα νέα στην οικογένεια. Θα πήγαινε ξανά να δουλέψει στην παλιά της δουλειά, για να συμπληρώσει τα συντάξιμα χρόνια που της χρειαζόταν για την σύνταξή της κι έτσι θα άφηνε τα παιδιά στον πατέρα τους για το υπόλοιπο των διακοπών τους. Ο πάτερ φαμίλιας έπαθε πανικό με την προοπτική φροντίδας των δυο τους παιδιών, έστω και αν δεν ήταν πια μωρά. Η μητέρα επέστρεψε στην Αθήνα και ερχόνταν τα σαββατοκύριακα πίσω στο χωριό. Το κορίτσι τότε, αντιμετώπισε την άρνηση του πατέρα της να συναναστρέφεται τους άλλους νέους, γιατί "η κόρη του τάδε δεν θα γίνει πουτάνα πηγαίνοντας για βόλτα στο χωριό!" κατά πως αποφασιστικά απεφάνθη ο ανασφαλέστατος πατέρας της ένα απόγευμα που του ζήτησε να βγει με την παρέα της.

Κλείστηκε στο δωμάτιό της, μέσα στο κατακαλόκαιρο και αυτό που έμεινε στη μνήμη της είναι πως ενώ τα άλλα παιδιά ετοιμαζόταν για να φύγουν, εκείνη τους έβλεπε στο βάθος να ξεμακραίνουν. Η μητέρα δεν έδωσε λύση στο πρόβλημα, είχε άλλωστε άλλες προτεραιότητες. Το κορίτσι ξανάπαιρνε το ποδηλατάκι της και ξεμάκραινε τα απογεύματα προσπαθώντας να αλλάζει παραστάσεις μακριά από το οικογενειακό περιβάλλον, έστω και για λίγο και την κράτησε την συνήθεια αυτή για πολλά χρόνια ακόμα τα καλοκαίρια που ερχόταν και έφευγαν.

Πέρασαν χρόνια, το πανεπιστήμιο τελείωσε, η δουλειά ξεκίνησε και επέστρεψε στο χωριό μαζί με την οικογένεια ξανά. Πήγε ένα βράδυ στον θερινό κινηματογράφο και μπροστά της καθόταν μια μικρότερη ξαδέλφη της παρέα με έναν φίλο της. Χαιρετήθηκαν οι ξαδέλφες και συστήθηκε και το παιδί που την συνόδευε! Ήταν ο ίδιος νεαρός, δέκα χρόνια μετά, λίγο πιο γεμάτος, λίγο πιο μεγάλος, αγνώριστος... Είπαν μερικές τυπικές κουβέντες και μετά όλοι αφοσιώθηκαν στην ταινία που άρχιζε στην οθόνη! Δέκα χρόνια μετά για φαντάσου, πέρασαν κιόλας, σκεφτόταν καθώς επέστρεφε στο σπίτι της και αμέσως τα γαλλικά φιλιά που μάθαινε ο νεαρούλης στην άπειρη 18χρονη, επισκιάστηκαν από τις απαγορεύσεις του πατέρα. "...η κόρη μου δεν θα γίνει πουτάνα..." ήλθε σαν συνειρμός και τότε θύμωσε χωρίς όμως αποτέλεσμα, με τον εαυτό της! Λες και είχε σημασία αν θα γινόταν ή όχι αυτό που ο πατέρας της φοβόταν. Λες και δεν ήξερε τι άνθρωπος ήταν τόσα χρόνια το παιδί του, τώρα θα γινόταν πουτάνα, άστα να πάνε!

Δεν τον ξαναείδε από τότε, αλλά πέρσι έμαθε πως το συνομήλικο πια παιδικό της φλερτ, είχε παντρευτεί και πως παραθέριζε με τα παιδιά και την γυναίκα του στο σπίτι του στο χωριό, ερχόμενος από το εξωτεριό όπου μένει μόνιμα. Εκείνη όπως πάντα, χανόταν μεταξύ ουρανού και γης, ξεμακραίνοντας από το σπίτι της κάθε απόγευμα μέχρι να την βρει το βράδυ μένοντας όπως πάντα μόνη με τις σκέψεις της παρέα...

Marialena, 15/06/2007

Wednesday, May 07, 2008

Για την αγάπη, βρε γαμώτο!

Η Αγγελική ήταν αυτό που θα λέγαμε κολοπετσωμένη. Κοντά στα 45 της, έδινε την εικόνα μιας γυναίκας που έπιανε την πέτρα και έβγαζε ζουμί, άσε που δεν χαριζότανε σε κανέναν. Μόνη ζούσε τόσα χρόνια, είχε τη δουλειά της, κάποιους φίλους, κάποιες σχέσεις και έτσι πορεύονταν.



Ο Άρης ήταν αστυνομικός, σκληρό καρύδι, μια ζωή στο δρόμο, δεν υπολόγιζε τίποτα. Τον έβλεπες και έτρεμες από το νταηλίκι του. Γνωρίστηκαν μέσα από τη δουλειά της Αγγελικής όταν απευθύνθηκε στην υπηρεσία του για μια εξυπηρέτηση. Την κέντρισε η αντροσύνη του, το σκληρό του προφίλ. Δεν άργησαν να βρεθούν πια και εκτός υπηρεσίας για παρέα.



Έπιναν τις μπύρες τους καθώς ο Άρης της έλεγε για τα "εύσημα" που είχε χαραγμένα στο κορμί του από τις επικίνδυνες αποστολές που συμμετείχε τόσα χρόνια. Της άρεσε που ήταν τόσο δυνατός και το έδειχνε, όπως και ότι μεταξύ τους μαλάκωνε και άφηνε περιθώρια να μην λειτουργεί σαν αστυνομικός, αλλά σαν άνθρωπος.


Η Αγγελική πίστευε πως το φλερτ τους ήταν για να περνάνε καλά. Μα ο Άρης όσο προχωρούσε η γνωριμία τους δεν αρκέστηκε σ' αυτό και μόνο. Της έκανε λόγο για γάμο και τότε ανατράπηκαν όλα. Η Αγγελική δεν το περίμενε και αντέδρασε άσχημα, αψυχολόγητα. Γύρισε και του είπε ότι δεν σήμαινε τίποτα για εκείνη και ότι έκανε απλά το κέφι της μαζί του. Ο Άρης σηκώθηκε και έφυγε και δεν ξαναγύρισε.



Μια εβδομάδα μετά τον χωρισμό η Αγγελική έπινε μπύρες σε ένα μπαράκι με κάτι φίλους. Σκυθρωπή και απόμακρη, έμενε βουβή για μεγάλα χρονικά διαστήματα, πράγμα που έκανε εντύπωση στη παρέα της. Όταν τη ρώτησαν τους απάντησε ότι χώρισε με τον Άρη. Στο γιατί, η ερινύα του γάμου πλανάτο στην ατμόσφαιρα. "Δεν ήθελα να παντρευτώ βρε παιδιά, γι' αυτό", τους είπε.



Έσκυψε στο μέρος μιας φίλης της, όταν τη ρώτησε γιατί δεν κάνει μια προσπάθεια να τα ξαναβρούν αφού συνεχίζει και τον σκέφτεται. Εκείνη ήταν κάθετη, "το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, μην επιμένετε..." είπε κοφτά, αφού ήπιε μια γουλιά αλκοόλ και πρόσθεσε: "δεν θα μάθει ποτέ πόσο τον αγάπησα, ποτέ, ούτε πόσο καλή νοικοκυρά είμαι και τι καλά που μαγειρεύω. Δεν του έδειξα ποτέ αυτή μου τη πλευρά. Το μόνο που ήθελα ήταν να του κατεβάσω τα παντελόνια και το κατάφερα. Μα τώρα κατάλαβα ότι τον αγαπούσα και είναι πια αργά..." Σιωπή απλώθηκε στο τραπέζι. Κατεβασμένα κεφάλια άκουγαν χωρίς να μιλούν.


Violent Love, image by Leeds Student Television


"Ήταν ο έρωτας της ζωής μου αυτός ο άνδρας και γω του κατέβασα τα παντελόνια... κατάλαβες?"



Marialena, 03/02/2007

Wednesday, April 09, 2008

Σ' αρέσουν τα παιδιά?

Φτερό στον άνεμο ήταν η προσωπική της ζωή, είχε φτάσει τα τριάντα κάτι της και ακόμα ψαχνόταν χωρίς αποτέλεσμα. Όσο λαχταρούσε τον Έρωτα, άλλο τόσο τον απόδιωχνε, λες και ήθελε να μείνει μια ζωή ανέραστη και μόνη, παράξενα πράγματα.

Σαν τότε που η Άντζελα, μια συνάδελφός της την προσκάλεσε στα γενέθλιά της σε ένα κέντρο και εκεί της γνώρισε τον Σαράντη. Ο Σαράντης, σαραντάρης, πρόσχαρος άνθρωπος, την έκανε να γελάσει με τα αστεία του και όπως φάνηκε στη συνέχεια, θέλησε να την ξαναδεί.

Εκείνη δέχτηκε, μιας και εκείνον τον καιρό η προσωπική της ζωή ήταν υπό του μηδενός και έτσι δεν άργησε να συναντηθεί κατά μόνας με τον Σαράντη. Δεύτερο ραντεβού και είχαν κανονίσει να πάνε στο σινεμά, πήγε και την πήρε από το σπίτι της και ξεκίνησαν να βγουν έξω.

Το σινεμά τελείωσε και η βραδιά συνεχίστηκε σε ένα μπαράκι στη περιοχή του όπου πήγαν για ένα ποτό και να χορέψουν. Όπως έφευγαν, της πρότεινε να πάνε για λίγο από το σπίτι του και εκείνη δέχτηκε, μη βάζοντας ιδέες στο μυαλό της για περαιτέρω. Το σπίτι του, ένα τυπικό εργένικο διαμέρισμα-γραφείο, δεν είχε ίχνος σπιτικής ατμόσφαιρας και ενώ της έδειχνε τη τραπεζαρία, έξαφνα βρέθηκαν στη κρεβατοκάμαρα ανάμεσα στο στρώμα και ένα σωρό από ρούχα.

Ο Σαράντης φιλούσε όμορφα και αυτό την έκανε να χαλαρώσει λίγο, ενώ σκεφτόταν ότι αν είχε πάρει το αυτοκίνητό της μαζί, τώρα θα είχε φύγει από το σπίτι του. Όμως τα χάδια και τα φιλιά του ήταν βάλσαμο σε μια ψυχή που δεν ήξερε που πατούσε μέσα στα υπαρξιακά της κι έτσι ανταποκρίθηκε κι εκείνη στο άγγιγμα του.

Μέχρι που της έκανε εκείνη την ερώτηση που την έκανε να ξεσπάσει σε λυγμούς: "Σ' αρέσουν τα παιδιά?" τη ρώτησε και εκείνη άξαφνα άρχισε να κλάει γοερά και να πλαντάζει ενώ ο Σαράντης τη κοιτούσε απορημένος. "Είπα τίποτα κακό?" τη ρώτησε ενώ εκείνη προσπαθούσε να του εξηγήσει πως φοβόταν ότι αν έκανε παιδιά θα τους κληρονομούσε την ανίατη ασθένεια που έπασχε και αυτό και μόνο την σακάτευε ψυχικά.
Δεύτερο ραντεβού και αυτό που έλεγε σε έναν ουσιαστικά άγνωστο άνθρωπο εκείνη τη στιγμή, τη διέλυε μόνο στην ιδέα.

Έπειτα, μετά από τους λυγμούς της και την αγκαλιά που της προσέφερε ο αποσβολωμένος Σαράντης, εκείνη από την ένταση παραδώθηκε στο κρεββάτι και εκείνος άρχισε να της βγάζει σιγά σιγά τα ρούχα. Το γεγονός ότι εκείνη βρίσκονταν σε έμμηνο ρύση δεν τον έκανε να σταματήσει να ερωτοτροπεί μαζί της, ενώ εκείνη αισθανόταν μάλλον αμήχανα να βλέπει να λερώνεται το μπλουζάκι του όταν την ακουμπούσε και να μην χαίρεται την επαφή όπως θα συνέβαινε σε άλλη περίσταση.

Την πήγε σπίτι γύρω στις 6 το πρωί την άλλη μέρα και με το που άνοιξε τη πόρτα, αντίκρισε αγουροξυπνημένο τον πατέρα της να τη ρωτάει που ήταν. Του απήντησε με μια πολύ αισχρή έκφραση, αποτέλεσμα της βραδυάς που μόλις είχε περάσει, ενώ ο πατέρας της την κοίταγε σαστισμένος.

Με τον Σαράντη, δεν συνεχίστηκε επί μακρόν το ειδύλλιο καθότι εκείνος πολιορκούνταν από την πρώην του την οποία και παντρεύτηκε λίγο καιρό μετά. Εκείνη, παιδευόταν για πολλά χρόνια ακόμα σχετικά με το θέμα της μητρότητας και της ασθένειάς της, ενώ τα χρόνια περνούσαν και ακόμα δεν είχε κατασταλάξει στη ζωή της σχετικά με έναν σύντροφο. Πλησίαζε πια τα σαράντα της και έμοιασε να έχει παραιτηθεί μέσα της, ενώ την διακατείχε ακόμα η αγωνία του τι μέλλει γενέσθαι. Ένα πράγμα όμως είχε αποφασίσει μετά από κείνη τη νύχτα, να διαφυλάσσει όσο μπορεί την γυναικεία της αξιοπρέπεια.

Image Hosted by ImageShack.us

Marialena, 8/3/2008

Thursday, February 14, 2008

Ρόδο της Ερήμου


Desert Rose, image by www.interartonline.com

Έδεσε τη μαντίλα στο κεφάλι του, έζωσε τον πιστό του σύντροφο, ένα μαχαίρι με κοκάλινη λαβή στο ζωνάρι του, πήρε το δισάκι του με τα λιγοστά του υπάρχοντα στον ώμο και κατευθύνθηκε στο παζάρι στην Αλεξάνδρειας. Έφτασε μέχρι τους περιπλανώμενους που πουλούσαν ζώα στο τέρμα του παζαριού. Έψαχνε να αγοράσει μια καμήλα για να διασχίσει την έρημο. Με τα μάτια του να παίζουν διερευνητικά, πήγε σε έναν γέρο που είχε μαντρώσει τα ζωντανά του και κάπνιζε τον ναργιλέ του ανακούρκουδα. «Πόσο θες για αυτήν την καμήλα?» τον ρώτησε, δείχνοντας του το ζώο που διάλεξε. «Αφέντη μου, είναι από καλή γενιά, δεν θα το μετανιώσεις αν τη πάρεις, είναι γερό το ζώο μου». «Πόσα ζητάς?» «Εσύ πόσα δίνεις» ανταπάντησε ο γέροντας θέλοντας να παζαρέψει με τον πελάτη του, όπως συνηθίζεται στην ανατολή.

Πήρε τη καμήλα από τα γκέμια, αγόρασε τροφή για το ζωντανό, γέμισε με νερό τα φλασκιά του και ανέβηκε στη καμπούρα της. Ο ήλιος είχε ανέβει στον ουρανό και η ζέστη παρά τον θαλασσινό αέρα της Μεσογείου, ήταν αρκετή για τον μαυροφορεμένο ταξιδιώτη. Βγήκε έξω από τα τείχη της Αλεξάνδρειας και κατευθύνθηκε ανατολικά προς την έρημο του Σινά.

Άφηνε για τα καλά πίσω του τον πολιτισμό και προχωρούσε βαθιά μέσα στο αφιλόξενο τοπίο που τον περίμενε για να το διασχίσει. Με τα άστρα και τον ορίζοντα οδηγό του διάβαινε τη πορεία του, μέχρι να φτάσει στον προορισμό του. Υπολόγιζε πως δεν θα έκανε πολύ, ίσως τρεις με τέσσερις μέρες για να δει ξανά μπροστά του την όαση. Μα η έρημος δεν αστειευόταν, ούτε έκανε χάρες στον μοναχικό περιπλανητή. Αν ο ίδιος δεν επαγρυπνούσε για την σωστή χάραξη της πορείας του, μόνο ο Αλλάχ μπορούσε να τον σώσει από τα χειρότερα και το ήξερε καλά αυτό.

Τις νύχτες που πια σταματούσε να ξαποστάσει, ξάπλωνε δίπλα στη καμήλα και έχωνε το χέρι του μέσα στο δισάκι του για να φάει λίγο από το παστό κρέας που φύλαγε και ένα ξεροκόμματο για να χορτάσει την πείνα του από το μακρύ καθημερινό ταξίδι. Η σιγαλιά της νύχτας ήταν εκκωφαντική, ο αέρας του κρύωνε το κορμί που μάταια προσπαθούσε με μια μάλλινη βελέντζα να ζεστάνει για να κοιμηθεί. Μα ένα πράγμα του κράταγε συντροφιά, ένα δώρο τυλιγμένο σε άλικο βελούδο για την αγαπημένη του Αϊσέ. Το έπαιρνε στα χέρια του, το περιεργαζόταν και η σκέψη της τον γέμιζε με συναισθήματα προσμονής και επιθυμίας να την ξαναδεί σαν θα έφτανε στον προορισμό του. «Τι θες να σου φέρω από το ταξίδι μου?» τη ρώτησε όταν έφευγε καιρό πριν να διασχίσει την έρημο. «Εσένα, εσένα πίσω θέλω να μου φέρεις, αλλιώς φέρε μου το ρόδο της ερήμου για να σε θυμίζει όπου κι αν είσαι» του απάντησε η Αϊσέ την τελευταία νύχτα που αντάμωσαν πριν εκείνος πάρει το δρόμο του στην εσχατιά. Ένα μενταγιόν με χαραγμένο πάνω του το ρόδο της ερήμου της πήρε και λαχταρούσε να της το φορέσει στο λατρεμένο της λαιμό, ικανοποιώντας την επιθυμία της!

Με αυτό το κόσμημα στο χέρι τον έπαιρνε ο ύπνος και μ’ αυτό ξυπνούσε σαν χάραζε το ξημέρωμα και ετοιμαζόταν για να διασχίσει ακόμα μια μέρα την μεγάλη έρημο. Δόξαζε πριν ξεκινήσει το όνομα του πολυχρονεμένου Αλλάχ και με την προστασία του κινούσε τον δρόμο προς τον προορισμό του. Μα όσο κι αν προχωρούσε η έρημος δεν τελείωνε, αλλά αυτός δεν έχανε το κουράγιο του ότι θα επέστρεφε στην όαση στην αγαπημένη του σύντομα. Ξημέρωσαν κι έδυσαν ακόμα τρεις μέρες και ήλπιζε πως την επομένη θα έφτανε επιτέλους στη φυλή του. Τα τρόφιμα είχαν πια εξαντληθεί και έκανε κουράγιο για να φτάσει με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει σώος στην όαση. Κρατώντας το ρόδο της ερήμου στη παλάμη του, σκεφτόταν μονάχα πότε θα αντικρίσει τους φοίνικες στο βάθος και τις σκηνές των νομάδων της ερήμου να προβάλλουν ανάμεσά τους.

Και ω του θαύματος αυτή η υπέροχη θέα φανερώθηκε μπροστά στα μάτια του και όσο προχωρούσε πλησίαζε βήμα βήμα προς την Αϊσέ. Με το σώμα του εξαντλημένο, με το πνεύμα ταλαιπωρημένο, με την ψυχή του να λαχταρά να ξαναδεί την ομορφιά της αγαπημένης του να φανερώνεται μπροστά του, φορώντας τις πολύχρωμες κελεμπίες, με τα μαλλιά της λυτά να πέφτουν στους ώμους και τα μάτια της τα αμυγδαλωτά να αστράφτουν από ευτυχία, αυτό το θέαμα ήθελε να δει περισσότερο από όλα τα άλλα.

Έτσι προχωρούσε με την καρδιά του να χτυπάει δυνατά καθώς πλησίαζε και χωρίς να το καταλάβει έφτασε στην όαση. Ήπιε λίγο νερό από το πηγάδι, έδεσε τη καμήλα και πήγε στην σκηνή της Αϊσέ για να την βρει. Με φωνή ξεψυχισμένη την φώναξε να φανερωθεί μπροστά του κι εκείνη με την δροσιά της ηλικίας της και το πανέμορφο παρουσιαστικό της παρουσιάστηκε μπροστά του, όμοια με το ρόδο της ερήμου!

Σάστισε με το θέαμα, ήταν ακόμα πιο όμορφη από ότι περίμενε να δει. Χαμογέλασε και την προσκάλεσε κοντά του να καθίσει. Με τα χέρια τραχιά από την έρημο, την χάιδεψε στο πρόσωπο και στα στιλπνά μαλλιά που έπεφταν βαριά στους ώμους της. Εκείνη του έφερε τσάι να ξεδιψάσει και κρέας για να χορτάσει την πείνα του. Πήρε τα ρούχα του τα βρώμικα, τον καθάρισε με φροντίδα περισσή και αφού τον έβαλε να ξαπλώσει στα σκεπάσματα με καθάρια φορεσιά ντυμένος, τον πήρε στην αγκαλιά της μέχρι να αποκοιμηθεί με ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Πριν κλείσει τα μάτια του, έγειρε και άνοιξε το δισάκι του. Πρόβαλε η αλυσίδα με το μενταγιόν που κουβαλούσε για κείνη. Της πέρασε το ρόδο της ερήμου στο στέρνο και με το χέρι του, άγγιξε στο μέρος της καρδιάς της. «Σου έφερα αυτό που μου ζήτησες Αϊσέ» της αποκρίθηκε, «αυτό που μου ζήτησες και την αγάπη μου για σένα…». Του έκλεισε τρυφερά το στόμα με το χέρι της καθώς τον φιλούσε στο μέτωπο. «Αφέντη μου, το ξέρα πως θα ερχόσουν ξανά, κάθε μέρα προσευχόμουν στον Αλλάχ να σε φέρει πίσω στην αγκαλιά μου. Σ’ ευχαριστώ!»

Έπειτα εκείνος σφάλισε τα κουρασμένα μάτια του και βυθίστηκε σε έναν ύπνο βαθύ που όμοιο δεν είχε ξανακάνει. Δεν θυμόταν τίποτα άλλο, εκτός από ένα παράξενο όνειρο ότι τάχα από τη σκηνή της αγαπημένης του έφυγε και κατευθυνόταν σε ένα πρωτόγνωρο μέρος με φως στην άλλη άκρη του σκοτεινού μονοπατιού. Στο βάθος τον περίμενε ένα παράξενο τοπίο γεμάτο από γαλήνη, ηρεμία και φως, πολύ φως να λούζει την Πλάση! «Αϊσέ, Αϊσέ που είσαι?» φώναξε καθώς περπατούσε τώρα πια στο κατάφωτο μέρος. «Που βρίσκομαι, που είναι η σκηνή, που είσαι Αϊσέ?» ξαναφώναξε, μα απάντηση δεν πήρε καμία. Γύρισε πίσω του μα το σκοτεινό μονοπάτι που τον οδήγησε εδώ είχε πια εξαφανιστεί από τα μάτια του. Το μόνο που του έμενε ήταν να αναζητεί αδιάκοπα την γνώριμη εικόνα της γυναίκας που αγαπούσε, του δικού του ρόδου της ερήμου!

Το επόμενο πρωινό βρέθηκε καλυμμένο από άμμο, ένα άψυχο σώμα λίγο πιο μακριά από την όαση. Μια φοβερή ανεμοθύελλα είχε ξεσπάσει άξαφνα στον ορίζοντα κι έκανε τους κατοίκους της όασης να τρέχουν πανικόβλητοι να μαζέψουν τα ζώα και τα υπάρχοντά τους για να μην πάθουν κακό και πεθάνουν από τη μανία του ανέμου. Καβάλα στ’ άλογό του, βρήκε τον νεκρό ένας ταξιδευτής που μετά την ανεμοθύελλα κίνησε να πάρει το δρόμο του ξανά προς την έρημο. Μέσα από τη μαύρη σκονισμένη φορεσιά, πρόβαλε ένα χέρι που κάτι κρατούσε σφιχτά. Ήταν το ρόδο της ερήμου και μαζί του η σκέψη της Αϊσέ, που τον συντρόφευε ακόμα και μέχρι τους κήπους του Αλλάχ!

© Marialena, 27/09/2007

Get this widget | Track details | eSnips Social DNA

Sting - Desert Rose Καλή ακρόαση!

Thursday, January 31, 2008

Ποτέ δεν ξέρεις...! (μέρος 2ο)

Το επόμενο πρωί η Μυρσίνη δεν πήγε στη σχολή. Έκατσε σπίτι, άγρυπνη από την θυελλώδη προηγούμενη νύχτα και έκανε πως κοιμόταν. Η θεία Μαρίκα πήγε στη λαϊκή όπως κάθε εβδομάδα την ίδια μέρα και την άφησε μόνη στο σπίτι. Η Μυρσίνη έβαλε τα πράγματά της μέσα στη βαλίτσα της, φόρτωσε τα βιβλία της στον ώμο και άφησε το κλειδί στο χωλ μαζί με ένα σημείωμα. "Φεύγω, μη με ψάξετε να με βρείτε, Μυρσίνη" και έκλεισε τη πόρτα πίσω της με ένα συναίσθημα φόβου μα και πανικού.

Πήρε τηλέφωνο τον Δημήτρη από το κινητό της. "Μπορείς να με φιλοξενήσεις λίγες μέρες σπίτι σου? Σε παρακαλώ...". Εκείνος, δεν έφερε αντίρρηση, της έδωσε τη διεύθυνση που έμενε και λίγο αργότερα η Μυρσίνη ήταν στη πόρτα του. Ο Δημήτρης έμενε μαζί με τους γονείς του ακόμα στο πατρικό του, αλλά για καλή της τύχη θα έλειπαν για μερικές μέρες για να μαζέψουν ελιές. Τη ρώτησε τι συμβαίνει και εκείνη με λυγμούς του εξομολογήθηκε την κατάσταση στο σπίτι του Ανάργυρου. Ο Δημήτρης έμεινε άναυδος και το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να της σκουπίζει τα δάκρυα που χαράκωναν το πρόσωπό της και να μην μπορεί να πει κουβέντα. Της πρότεινε να μείνει μέχρι να επιστρέψουν οι γονείς του από το χωριό και μετά θα έβλεπαν τι θα έκανε με τη διαμονή της η Μυρσίνη.

Πήρε στο πατρικό της τηλέφωνο, το σήκωσε η μάνα της. Στο άκουσμα και μόνο ότι έφυγε από του θείου της, έβαλε τις φωνές. Με αναφυλλητά η Μυρσίνη προσπαθούσε να της εξηγήσει τα ανεξήγητα, μα η κυρά Φρόσω ανένδοτη, δεν άκουγε τίποτα. "Γύρνα πίσω" την απειλούσε "και άσε τους αγαπητικούς κατά μέρος. Μη με κάνεις να έλθω στην Αθήνα και σε κάνω τουλούμι στο ξύλο κακομοίρα μου..." συνέχισε στον ίδιο τόνο. Η Μυρσίνη έκλεισε το τηλέφωνο τελείως. Καλύτερα να μην την έψαχνε κανείς από τους δικούς της για όσο χρειαζόταν.

Την επομένη έφυγε με τον Δημήτρη να πάνε στη σχολή. Καθώς το απογευματάκι τελείωσε με τις παραδόσεις, βγήκε στην στάση απέναντι για να πάει στου Δημήτρη. Ένα ταξί σταμάτησε δίπλα της, της αναβόσβησε τα φώτα, ήταν ο Ανάργυρος. Η Μυρσίνη πάγωσε, "έμπα μέσα να πάμε σπίτι" της φώναξε από το κατεβασμένο παράθυρο του συνοδηγού, ενώ εκείνη τον κοιτούσε αποσβωλομένη. "Έμπα μέσα τώρα, μην κατέβω και σε πιάσω από το μαλλί" επανέλαβε ο θείος καθώς έκανε να ανοίξει τη πόρτα του οδηγού. Έξαφνα ο Δημήτρης καβάλα στο παπάκι του σταμάτησε από πίσω, ενώ λεωφορεία της γραμμής πλησίαζαν προς τη στάση. "Σιγά βρε φίλε, τι σου έκανε η κοπέλα και μιλάς έτσι" του είπε ο Δημήτρης πλησιάζοντας το ταξί από αριστερά. "Κάνε στην άκρη ρε, μην σε πιάσω και σένα και σε κάνω μαύρο στο ξύλο" απείλησε ο Ανάργυρος ενώ είχε βγει ήδη από το ταξί και πήγαινε στο μέρος της Μυρσίνης. "Θείε δεν έρχομαι μαζί σου, φύγε" του φώναξε η Μυρσίνη ενώ εκείνος πλησίαζε ακόμα περισσότερο. Ο Δημήτρης τον έπιασε από τον γιακά, ενώ ο Ανάργυρος γύρισε και του έδωσε μια μπουνιά στο στομάχι.

Πεσμένος κάτω ο Δημήτρης σφάδαζε, ενώ προσπαθούσε άτσαλα να σταθεί στα πόδια του και να ανακτήσει την ανάσα του. Το λεωφορείο από πίσω έστεκε βουβός θεατής των δρώμενων, ενώ οι δυο άνδρες αντιμάχονταν ο ένας τον άλλο. Ο Ανάργυρος έβγαλε έναν ελβετικο σουγιά από τη τσέπη του και πλησίασε απειλητικά τον Δημήτρη. "Θα πεθάνεις κάθαρμα" του φώναξε και άρχισε να κουνά απειλητικά τη λεπίδα προς το μέρος του. "Μη θείε, άσε τον ήσυχο, μη του κάνεις κακό" ούρλιαζε η Μυρσίνη ενώ πήγε να του αρπάξει το σουγιά από το χέρι. Ο Ανάργυρος πρόλαβε να την κόψει στο μάγουλο, ενώ αίμα άρχισε να ρέει προς τα κάτω και η Μυρσίνη λυποθύμησε από το σοκ, πέφτωντας στην άσφαλτο. Ο Δημήτρης σαν θηρίο όρμησε να εξουδετερώσει τον Ανάργυρο, ενώ ο οδηγός του λεωφορείου καλούσε το 100 από το κινητό του. Ο Ανάργυρος στρίμωξε κόντρα με το πλάι του ταξί τον Δημήτρη που με όλες του τις δυνάμεις αντιστεκόταν στο φονικό όπλο.

"Την πήδηξες, ρε την πήδηξες, λέγε" μούγκριζε ο Ανάργυρος, ενώ ο νεαρός είχε γίνει κίτρινος από την υπερπροσπάθεια. "Λέγε, ρε, λέγε μη σου κόψω το λαρύγγι, μίλα!" επέμενε ο Ανάργυρος ενώ το πρόσωπό του είχε γίνει αγνώριστο από τους μορφασμούς. Το μαχαίρι πλησίαζε τη καρωτίδα του Δημήτρη ολοένα και περισσότερο, ενώ ένα ολόκληρο λεωφορείο και περαστικοί είχαν γίνει μάρτυρες του συμβάντος. Ο Δημήτρης δεν του απαντούσε, παρά μόνο βρήκε την δύναμη να τον φτύσει στο πρόσωπο, κάνοντας τον Ανάργυρο να αποστρέψει το πρόσωπό του στιγμιαία.

Ξάφνου, μια τσάντα γεμάτη από βιβλία προσγειώθηκε στο κεφάλι του Ανάργυρου που σωριάστηκε κάτω μονομιάς. Ήταν η Μυρσίνη που είχε ξαναβρεί τις αισθήσεις της και μπόρεσε μέσα στα αίματα να σηκώσει τη τσάντα της και να βαρέσει στο κεφάλι τον θείο της. Ο Δημήτρης ανάσανε κοφτά καθώς απελευθερώθηκε από τη μέγγενη των χεριών του Ανάργυρου ενώ η Μυρσίνη κοιτούσε ακίνητη τον θείο της που κείτονταν στο οδόστρωμα. Ενώ το σώμα του έστεκε βουβό, η Μυρσίνη έβαλε το χέρι της στον ώμο του. "Θείε, θείε, είσαι καλά?" μα ο Ανάργυρος δεν αποκρινόταν. Η Μυρσίνη έβαλε τις φωνές εκτός εαυτού. "Ο θείος Δημήτρη, ο θείος.... πέθανε? Παναγία μου!" ενώ κρατούσε το κεφάλι της με τα χέρια της γεμάτα με το αίμα που συνέχιζε να ρέει στα ρούχα της. Ο Δημήτρης ακόμα κολλημένος στις λαμαρίνες του ταξί, την πήρε αγκαλιά. "Δε ξέρω Μυρσίνη, δε ξέρω... πως γίναν όλα αυτά?" ψέλλισε μονάχα σοκαρισμένος από το θέαμα.

Σε λίγο έφτασε και το περιπολικό της αστυνομίας που κατέγραψε το συμβάν και απομάκρυνε από τη σκηνή του εγκλήματος τα δύο παιδιά. Η Μυρσίνη προσκομίστηκε στο νοσοκομείο για τις πρώτες βοήθειες και ο Δημήτρης οδηγήθηκε στο τμήμα για κατάθεση. Η Μυρσίνη έπεσε σε μετατραυματική βαρειά κατάθλιψη και δεν επικοινωνούσε με τον έξω κόσμο. Μάταια, οι γιατροί και οι δικοί της προσπαθούσαν να της αποσπάσουν μια λέξη για το τι μεσολάβησε. Της συστήθηκε φαρμακευτική αγωγή και νοσηλεία σε ψυχιατρικό ίδρυμα, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κατάστασή της. Ο Δημήτρης κατέθεσε τα όσα ήξερε και αφέθηκε ελεύθερος χωρίς να του απαγγελθεί καμμία κατηγορία για τον θάνατο του Ανάργυρου.

Η Μυρσίνη νοσηλεύθηκε για καιρό στο ψυχιατρείο, έχοντας κάποιες αναλαμπές και πέφτοντας ξανά στην απόλυτη έλλειψη επικοινωνίας με τους συνανθρώπους της. Κοιτούσε με τις ώρες τον ουρανό χωρίς έκφραση στο πρόσωπό της, σαν να προσπαθούσε να πετάξει σαν τα πουλιά που έβλεπε να ίπτανται στον ουρανό. Ο Δημήτρης τελείωσε τη σχολή, πήγε στρατιώτης και άρχισε να δουλεύει ως λογιστής στο γραφείο του πατέρα του. Επισκεπτόταν τη Μυρσίνη στο ίδρυμα στις αρχές μα, αυτή η σιωπή της τον τσάκιζε.

Το δικαστήριο έγινε και η Μυρσίνη κρίθηκε πως τέλεσε το έγκλημα εν βρασμώ ψυχής, τελούσα όμως σε νόμιμη άμυνα και αθωώθηκε. Η κατάστασή της δεν επέτρεπε να επιστρέψει σπίτι της, γι' αυτό και διατάχθηκε η παραμονή της στο φρενοκομείο. Ο Ανάργυρος ετάφη σε στενό κύκλο συγγενών στην Άρτα, ενώ η Μαρίκα θρηνούσε για τον αδικοχαμένο της σύζυγο - όπως έλεγε, αρνούμενη να πιστέψει ότι η αγάπη του προς τη Μυρσίνη τον οδήγησε στον θάνατο. Ο κυρ-Τάκης και η Φρόσω, πούλησαν την περιουσία τους και νοίκιασαν ένα σπιτάκι κοντά στο νοσοκομείο για να βλέπουν το μοναχοπαίδι τους. Άλλωστε, το χωριό δεν τους σήκωνε πια, η κόρη τους έφταιγε με τα "καμώματά" της στην Αθήνα, για το μακελειό. Οι νεκροί δεδικαίωνται...

Μαριαλένα, 08/11/2007

Monday, January 28, 2008

Ποτέ δεν ξέρεις...!

Τα ευχάριστα νέα για την εισαγωγή της Μυρσίνης στο πανεπιστήμιο, έκαναν το σπίτι να σειστεί από χαρά. Στο χωριό δεν άργησε η είδηση να γεμίσει το σπιτικό του κυρ-Τάκη από επισκέπτες, που η γυναίκα του η Φρόσω τους τράταρε για τα καλορίζικα. Μετά από μια χρονιά σκληρής προετοιμασίας για τις Πανελλήνιες και όχι μόνο, η Μυρσίνη ένα μελετηρό, πεισματάρικο, μικροκαμωμένο κορίτσι, τα κατάφερε και μπήκε στη Σχολή της προτίμησής της, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο στην Αθήνα.

Δεν τους περισσεύανε τα χρήματα για πολυτέλειες, μα για το παιδί τους ο Τάκης και η Φρόσω, έδιναν και από το υστέρημά τους. Μικροκαλλιεργητές και με λίγα ζωντανά στο μαντρί, πορευόταν στο μετερίζι της ζωής. Πλησίαζε Σεπτέμβρης και η Μυρσίνη έπρεπε να φύγει για την Αθήνα να πάει στη σχολή της για εγγραφή. Η Φρόσω πήρε τηλέφωνο στον αδελφό της τον Ανάργυρο για να φιλοξενήσει για λίγες μέρες τη Μυρσίνη στο σπίτι του.
"Και το ρωτάς, μωρ' αδελφή? Πες της να ρθει και από μένα ό,τι θέλει το κορίτσι..." της απάντησε και η Φρόσω περιχαρής ανακοίνωσε στην οικογένεια την τακτοποίηση της εκκρεμότητας.

Ο Ανάργυρος είχε φύγει από το χωριό μικρός και ρίζωσε στην Αθήνα, οδηγώντας ταξί και μένοντας σε ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Παντρεμένος, δεν είχε παιδιά και είχε ιδιαίτερη αδυναμία στη Μυρσινούλα. Με ένα σακ βουαγιάζ στο χέρι, η Μυρσίνη επιβιβάστηκε στο ΚΤΕΛ που θα την έφερνε από την Άρτα στην Αθήνα. Ο δρόμος μακρύς και εκείνη με το κινητό στο χέρι αντάλλασε μηνύματα με τους φίλους της που θα έφευγαν και εκείνοι για τις σχολές που είχαν πετύχει απ' άκρη σ' άκρη της χώρας.

Στην Λιοσίων την περίμενε ο θείος Ανάργυρος να την πάει σπίτι με το ταξί. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν και παρά την κούρασή της από το ταξίδι, η Μυρσίνη είχε υπερένταση από την καινούργια αρχή που θα έκανε με την εισαγωγή της στο πανεπιστήμιο.
Την επόμενη ημέρα την άφησε ο Ανάργυρος στην είσοδο της σχολής στη Πατησίων και εκείνη σαν "στραβάδι" ανέβηκε τα μαρμάρινα σκαλιά ψάχνοντας για την γραμματεία, ενώ ένας φοιτητής με φυλλάδια στο χέρι μιας φοιτητικής οργάνωσης της πλησίασε.

"Καινούργια είσαι?" τη ρώτησε και εκείνη του έγνεψε καταφατικά. "Την γραμματεία ψάχνω, που είναι?" του απάντησε ενώ περίμενε την υπόδειξή του. "Από εδώ, έλα να σου δείξω" της είπε και εκείνη τον ακολούθησε στο βάθος του διαδρόμου. "Με λένε Δημήτρη, εσένα?" γύρισε και τη ρώτησε μετά από λίγο. "... Μυρσίνη" του απάντησε δειλά. "Α, ωραίο όνομα, σου πάει!" της αποκρίθηκε χαμογελώντας, ενώ έφταναν ήδη μπροστά από τη γραμματεία. "Εδώ είμαστε, φτάσαμε" είπε ο Δημήτρης. "Ευχαριστώ, μόνη μου δεν θα το έβρισκα με τίποτα" του απάντησε χαμογελώντας η Μυρσίνη. "Ε, γι' αυτό είμαστε εδώ" της πέταξε εκείνος συμπληρώνοντας "άμα ψηφίσεις και την παράταξη που εκπροσωπώ, ακόμα καλύτερα!" και της έκλεισε το μάτι με νόημα. "Πάρε ένα φυλλάδιο να διαβάσεις τις θέσεις μας για να ξέρεις" και της έδωσε ένα χρωματιστό δίπτυχο με ηχηρό πολιτικό μήνυμα. "ΟΚ" του είπε εκείνη, "θα το διαβάσω, αν και δεν ασχολούμαι με τέτοια". "Ευκαιρία είναι" της δήλωσε πειστικά ο Δημήτρης ενώ την χτύπησε φιλικά στον ώμο. "Τα λέμε, φεύγω τώρα..." της είπε, ενώ απομακρυνόταν για να επιστρέψει στην είσοδο στον πάγκο των υποψηφίων.

Τελείωσε με την εγγραφή της η Μυρσίνη και φεύγοντας είδε τον Δημήτρη στο πόστο του. "Γειά χαρά, τα λέμε" του είπε, ενώ κρατούσε στο χέρι της ακόμα το φυλλάδιο. Της κούνησε το χέρι και εκείνη βγήκε στην Πατησίων για να πάρει το λεωφορείο να επιστρέψει στο σπίτι. Είχε ήδη μεσημεριάσει όταν έφτασε και ο θείος μετά από λίγο, σαν παρέδωσε το ταξί στην αλλαγή της βάρδιας. Τη ρώτησε για τη σχολή και θέλησε να μάθει όλα τα σχετικά με την πρώτη της γνωριμία με το πανεπιστήμιο. Του είπε μέσες άκρες και του έδειξε και το φυλλάδιο της φοιτητικής παράταξης. Εκείνος το περιεργάστηκε και με στόμφο αποφάνθηκε ότι "μόνον αλήτες και φρικιά ασχολούνται με τέτοια, εσύ δεν έχεις δουλειά με δαύτους, να κοιτάξεις τις σπουδές σου", ενώ η Μυρσίνη τον κοιτούσε απορημένη. Δεν μίλησε ξανά για το θέμα και έκατσαν να φάνε οικογενειακώς και το απόγευμα ετοίμασε τα πράγματά της γιατί θα έφευγε την επομένη για Άρτα.

Την πήγε ο Ανάργυρος στα ΚΤΕΛ και ενώ την χαιρετούσε της είπε πως όταν θα ερχόταν για την έναρξη του εξαμήνου, στο σπίτι του θα έμενε να γλυτώσει και το ενοίκιο και να έχει και κάποιον να την κοιτάει. "Μα, δεν πειράζει θείε μου..." ψέλλισε η Μυρσίνη, ενώ ο Ανάργυρος ήταν ανένδοτος. "Μια ανηψούλα έχω αδυναμία, θα μου χαλάσεις το χατήρι βρε κουτό? Γίνεται, δεν γίνεται" και η Μυρσίνη είπε ότι θα το σκεφτεί.
Γύρισε στο χωριό το απόγευμα και η μάνα της θέλησε να μάθει πως τα πέρασε. Της είπε για την εγγραφή της στη σχολή και την πρόταση του Ανάργυρου να μείνει στο σπίτι του. "Το ξέρω" της αποκρίθηκε η Φρόσω, "με πήρε ο θείος σου και μου τα είπε. Να πας Μυρσίνη μου, σε αγαπάνε και θα σε φροντίζουν στου Ανάργυρου. Εμείς δεν βγαίνουμε για να ενοικιάσεις σπίτι μόνη σου, πήγαινε τώρα και αργότερα βλέπουμε τι θα κάνουμε, να βρεις και συ καμμιά δουλειά..." Η Μυρσίνη δέχτηκε με μισή καρδιά, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Η σχολή δεν μπορούσε να περιμένει άλλωστε και πάλι καλά που είχε κάπου να μείνει στην Αθήνα. Δεν ήξερε και κανέναν άλλον άλλωστε εκτός από τους συγγενείς της.

Επέστρεψε στην Αθήνα, κουβαλώντας πια μια μεγάλη βαλίτσα με τα πράγματά της για εγκατάσταση στου θείου Ανάργυρου. Στο τριάρι της έδωσαν ένα δωμάτιο που θα διάβαζε και θα κοιμόταν, ενώ η θεία Μαρίκα της είχε ένα πιάτο ζεστό φαί και της έπλενε και τα ρούχα. Με την τσάντα ταχυδρόμου που πήρε για το πανεπιστήμιο, άρχισε να γεμίζει συγγράμματα και σημειώσεις και να παρακολουθεί τις παραδώσεις στο αμφιθέατρο για τα μαθήματα του πρώτου εξαμήνου.

Τον Δημήτρη δεν τον είχε ξαναδεί, μέχρι που τον πέτυχε με έναν καφέ στο χέρι να φεύγει από ένα μαγαζί παραδίπλα. "Γειά, τι κάνεις, με θυμάσαι?" του είπε ενώ περίμενε να ψωνίσει κι εκείνη. "Α, γειά, ναι, κάπου έχουμε συναντηθεί εμείς οι δύο ε?" της είπε προσπαθώντας να θυμηθεί περισσότερα για εκείνην. "Είμαι η Μυρσίνη που με πήγες στη γραμματεία έναν μήνα πρίν, δεν θυμάσαι?" "Εεεε, ναι, η Μυρσίνη, χμ, γειά χαρά τι κάνεις?" της απάντησε ενώ την έκανε να γελάσει. "Θα μας ψηφίσεις στις εκλογές?" τη ρώτησε. "Μόνον αν είσαι εσύ υποψήφιος..." του αποκρίθηκε εκείνη θαρρετά.
"Έλα μαζί μου και θα δεις!" είπε ο Δημήτρης και έφυγαν μαζί από το μαγαζί παίρνοντας τον δρόμο για τη σχολή.

Έγιναν φίλοι με τον Δημήτρη, τριτοετής αυτός, πήγαινε για λογιστής στο γραφείο του πατέρα του. Την κάλεσε να πάει σε πάρτυ που έκαναν στην Εστία με κάτι φιλαράκια που γούσταραν τη ροκ μουσική. Ο θείος την πήγε μέχρι την Εστία και της ζήτησε να του τηλεφωνήσει όταν θα τελείωνε να πάει να την πάρει. "Καλά βρε θείε, μην ανησυχείς, θα έλθω μόνη μου" του είπε, ενώ εκείνος επέμενε να μην γυρίσει σπίτι ασυνόδευτη αργά. Την άφησε και έφυγε μέσα στο βράδυ, ενώ η Μυρσίνη έπαιρνε τηλέφωνο τον Δημήτρη για να δει που βρισκόταν. Πήγαν στο φοιτητικό δωμάτιο, 5-6 αγόρια και κορίτσια, μουσική από ένα στερεοφωνικό, μπύρες, τσιπς και τσιγαριλίκια για να κάνουν κεφάλι.

Μια περίεργη φάση μεταξύ μεθυσιού, παραζάλης και ελευθεριότητας επικρατούσε στον χώρο. Ο Δημήτρης έστριψε ένα τσιγάρο, τράβηξε μερικές ρουφιξιές και το πάσαρε στη Μυρσίνη. "Πάρε μια τζούρα, θα σ' αρέσει!" της είπε και της το έβαλε μπροστά της. "Δεν καπνίζω βρε Δημήτρη, άσε με" του απάντησε ενώ εκείνος επέμενε πως δεν ήταν τίποτα κακό και δεν πείραζε να το δοκιμάσει για μια φορά. Η Μυρσίνη μπήκε στη περιέργεια. Οι υπόλοιποι από τον μπάφο είχαν πέσει στον καναπέ και σαν να ρέμβαζαν, ήταν χαμένοι στο διάστημα, ενώ ο Δημήτρης την είχε πάρει αγκαλιά καθώς η Μυρσίνη δοκίμαζε για πρώτη φορά το τσιγαριλίκι. Πνίγηκε, αλλά πήρε ανάσα και ξαναπροσπάθησε να μην φανεί γελοία στα μάτια του. Σε λίγο και εκείνη ένιωθε κάπως, σαν μια γλυκειά ζάλη, ένα γλύστριμα, μια διάθεση να δει τον κόσμο με άλλα μάτια. Έμεινε στην αγκαλιά του Δημήτρη και εκείνος συνέχισε να την φιλά και να την χαϊδεύει όλο το βράδυ.

Όταν συνήλθε η Μυρσίνη, η ώρα είχε πάει τέσσερις το πρωί και βλέποντας το ρολόι της έβγαλε έναν αναστεναγμό. "Ωχ, ποιός ακούει τον θείο μου τέτοια ώρα" είπε και ετοιμάστηκε να φύγει. "Που πας εσύ?" τη ρώτησε ο Δημήτρης με απορία. "Σπίτι, ο θείος μου είναι περίεργος και μου είπε να του τηλεφωνήσω να με πάρει". "Σιγά μωρέ, μην κάνεις έτσι" είπε ο Δημήτρης. "Θα σε πάω εγώ με το παπί, όλα ΟΚ". Την πήρε δικάβαλο στο παπάκι του ενώ το κρύο και η ζαλάδα τους έκαναν την ζωή δύσκολη πάνω στο δίκυκλο.
Την άφησε στην είσοδο της πολυκατοικίας και έφυγε, ενώ η Μυρσίνη έβαζε το κλειδί στη πόρτα για να μπει στο διαμέρισμα.

Μπήκε στις μύτες στο χωλ, ενώ προσπαθούσε να κάνει το λιγότερο δυνατό θόρυβο για να μην ξυπνήσει τους θείους της, μα ενώ άνοιξε τη πόρτα του δωματίου της, αντίκρυσε καθισμένο στον κρεββάτι της τον Ανάργυρο να την περιμένει. "Θείε, δεν κοιμάστε?" τον ρώτησε ενώ δεν είχε μέρος να πάει. Της έκλεισε τη πόρτα και την κοίταξε με νόημα. "Που ήσουνα τόσες ώρες?". "Σε κάτι φίλους θείε" του απάντησε, "εκεί που με άφησες στην Εστία." "Και τι κάνατε, βρωμάς ποτό και τσιγάρο το ξέρεις?" της αποκρίθηκε επιτιμητικά. "Εγώ θείε, όχι, οι άλλοι..." προσπάθησε να δικαιολογηθεί, ενώ μέσα στο μυαλό της είχαν ήδη εκτυλιχθεί ξανά οι εμπειρίες της βραδυάς.

"Πουτανάκι μωρή θα γίνεις?" της πέταξε ο θείος, ενώ το πρόσωπό του είχε αρχίσει να γίνεται κόκκινο. "Γιατί το λες αυτό θείε, δεν έκανα τίποτα!" του απάντησε εκείνη. "Ποιός ήταν αυτός που σε έφερε μου λες?" "Ένας συμφοιτητής μου θείε, είχε παπί και..." Την έκοψε ο Ανάργυρος ακόμα πιο αγριεμένος. "Είσαι πολύ γελασμένη αν νομίζεις ότι θα σου επιτρέψω να γυρνάς με τον έναν και με τον άλλον, κατάλαβες?" και την πλησίασε ένα βήμα πιο κοντά. "Μα, δεν έκανα τίποτα, μη μου φωνάζεις σε παρακαλώ" του είπε χαμηλόφωνα να μην ξυπνήσει και η θεία στο απέναντι δωμάτιο. "Αν δεν σε έχω εγώ Μυρσίνη, δεν θα σε έχει κανείς, βάλτο καλά στο μυαλό σου..." αποκρίθηκε μουγκρίζοντας ο Ανάργυρος, ενώ την έσφιγγε με τα δυό του χέρια.

"Άσε με θείε, άσε με, με πονάς" του φώναξε ενώ προσπαθούσε να απελευθερωθεί από τα χέρια του. "Μ' ακούς? Αν δεν σ' έχω εγώ, κανείς δεν θα σ' έχει, πουτανάκι, ε παλιοπουτανάκι..." και βίαια την έσπρωξε προς το μέρος του προσπαθώντας να την φιλήσει. Η Μυρσίνη αντιστάθηκε, κουνώντας το κεφάλι δεξιά αριστερά, μα ο Ανάργυρος ολόκληρος άνδρας, την φιλούσε στο λαιμό, στο στόμα, στο μπούστο. "Θεία Μαρίκ.." έκανε να φωνάξει το κορίτσι, ενώ ο Ανάργυρος, της έκλεισε το στόμα με την παλάμη του.
"Σκάσε παλιοθήλυκο, που θα φωνάξεις τη Μαρίκα" της είπε ενώ η γλώσσα του κατέβαινε πιο κάτω στο κορμί της. "Βούλωστο, τ' ακούς, άχνα μη βγάλεις!" και συνέχισε να την σφίγγει κόντρα στη ντουλάπα στον τοίχο. "Μη κουνηθείς, γιατί θα σε κάνω μαύρη στο ξύλο κακομοίρα μου" της είπε για άλλη μια φορά όσο η Μυρσίνη έκλαιγε βουβά και πάγωνε στο φθονερό του άγγιγμα.

Μια φωνή ακούστηκε από τον διάδρομο, ήταν η Μαρίκα. "Ανάργυρε που είσαι, γύρισε το κορίτσι μας?" ακούστηκε από λίγο πιο πέρα ενώ κατευθυνόταν στο δωμάτιο της Μυρσίνης. "Εδώ είναι, πέφτει για ύπνο" της αποκρίθηκε ο άνδρας της, αφήνοντας την Μυρσίνη αποσβολωμένη στη ντουλάπα. "Άστην να κοιμηθεί τώρα, αύριο τα λέτε, εμείς τα είπαμε, έρχομαι" της απάντησε και φεύγοντας ψιθύρισε στη μικρή. "Εμείς οι δυό δεν τελειώσαμε, θα επιστρέψω..." κλείνοντας τη πόρτα ξωπίσω του.

(...συνεχίζεται...)

Μαριαλένα, 08/11/2007

Monday, December 24, 2007

Χριστουγεννιάτικο Δώρο

Αυτή η χρονιά που μόλις τελείωνε τα είχε όλα για την Έλενα. Πήρε μετάθεση για το Ηράκλειο, αφού τόσα χρόνια στην επετηρίδα περίμενε πως και πως να διοριστεί μόνιμα. Είχε γεννηθεί σε ένα χωριό στην Ευρυτανία, όπου οι δικοί της, άνθρωποι του μόχθου μα και προοδευτικοί τα χρόνια εκείνα, την προέτρεψαν να σπουδάσει, να μορφωθεί. Στο Πανεπιστήμιο πέρασε στη Νοσηλευτική στα ΤΕΙ και έπειτα αφού τελείωσε, έδωσε εξετάσεις και πέρασε στο Πανεπιστήμιο, στην αντίστοιχη σχολή.

Δούλευε ενώ σπούδαζε, διάβασμα και νυχτέρια ως αποκλειστική για να βγαίνουν τα έξοδα και μην παραβαρύνει την οικογένεια με τα έξοδά της. Γνώρισε και ένα παλληκάρι που δούλευε στο ΕΚΑΒ και έκαναν σχέση. Δεν κυνηγούσε Χίμαιρες η Έλενα απ' τη ζώη της. Αγαπούσε τον σύντροφό της, περίμενε να αποφοιτήσει και από το Πανεπιστήμιο και να πιάσει δουλειά ως νοσηλεύτρια και από κει και πέρα είχε ο Θεός.

Μα μετά από 3 χρόνια σχέσης, κάτι δεν πήγαινε καλά μεταξύ τους. Εκείνος άρχισε να γίνεται απόμακρος και να μην είναι όπως παλιά, ενώ η Έλενα έντρομη ανακάλυψε πως είχε παράλληλη σχέση με κάποιαν άλλη, ποιός ξέρει για πόσο καιρό. Εκείνος τα αρνήθηκε όλα στην αρχή, αλλά πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις, της είπε πως ήταν ερωτευμένος με την άλλη κοπέλα και δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Ήταν παραμονές Χριστουγέννων σαν και τώρα, όταν εκείνος μάζεψε τα πράγματά του από το σπίτι της και έφυγε από τη ζωή της. Η Έλενα εκείνο το διάστημα είχε τελειώσει με την πτυχιακή της και περίμενε να ορκιστεί για να πάρει το πτυχίο της Νοσηλευτικής.

Ξενοίκιασε το διαμέρισμα που έμενε και πήγε πίσω στο χωριό της για να ξεκουραστεί για τις γιορτές. Η αδελφή της ανέλαβε να την παρηγορήσει για τον χωρισμό και εκείνη μαζεύοντας τα κομμάτια της, έκανε τη καρδιά της πέτρα και έβαζε στόχο τον διορισμό της σε κάποιο νοσοκομείο. 'Ηταν ευαίσθητος άνθρωπος και χαμηλών τόνων. Δούλευε και σε ένα ιδιωτικό ιατρείο ως βοηθός στο Καρπενήσι και από κει και πέρα περίμενε.

Και ο διορισμός για το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου ήλθε κοντά δυο χρόνια μετά και εκείνη αναστατωμένη από τα αναπάντεχα νέα, ετοιμαζόταν να ανοίξει πανιά για τον τόπο του διορισμού της. Μάζευε τα πράγματά της και ενώ στοίβιαζε τα ρούχα της στις βαλίτσες που θα έπαιρνε μαζί της, βρήκε ανάμεσα στις μπλούζες της, μια φωτογραφία που της θύμιζε τα περασμένα όσο ήταν στην Αθήνα. Σαν στήλη άλατος κοιτούσε τη φωτογραφία, δυο ανθρώπων που έμοιαζαν ευτυχισμένοι μαζί και τα μάτια της βούρκωσαν. Τόσον καιρό μετά, είχε κλειστεί στον εαυτό της και δεν είχε ανοιχθεί ξανά σε κάτι καινούργιο. Πήρε την φωτογραφία και την έχωσε σε μια βαλίτσα, ενώ σκούπισε τα μάτια της και συνέχισε να μαζεύει τα πράγματά της.

Έφυγε για την Κρήτη, με τις ευχές των δικών της και με την έξαψη της καινούργιας ζωής. Εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο σε ένα διαμέρισμα προς την Χανιόπορτα, σε μια μάλλον πολύβουη γειτονιά και ξεκίνησε να εργάζεται στο Νοσοκομείο. Το αντικείμενό της απαιτητικό, την είχαν τοποθετήσει στην Μονάδα Εκτάκτων Περιστατικών, τον κυματοθραύστη όλων των απρογραμμάτιστων εισαγωγών στο Νοσοκομείο, ειδικά τις ημέρες που εφημέρευε. Οι βάρδιες πολλές, τα ωράρια συχνά υπερέβαιναν το 8ωρο και η κούραση συσσωρευόταν. Πήγαινε σπίτι και ξάπλωνε στο κρεβάτι αποκαμωμένη από το τρέξιμο. Δυο μήνες είχε συμπληρώσει υπηρεσίας και ενώ τα Χριστούγεννα ήταν προ των πυλών, διαπίστωσε πως δεν δικαιούταν άδεια ακόμα, αλλά μόνο από τον καινούργιο χρόνο και μετά.

Στεναχωρήθηκε γιατί ήθελε να πάει να δει τους δικούς της στο χωριό, μα δεν γινόταν αλλιώς ακόμα. Η μάνα της έστειλε ένα δέμα με καλούδια σπιτικά αλλά και κάτι που δεν το περίμενε. Ένα σετ μαχαίρια, ανοξείδωτα, για την κουζίνα. Ανατρίχιασε όταν τα είδε η Έλενα, μα όταν ρώτησε τη μάνα της, εκείνη της απάντησε πως της άρεσαν και γι' αυτό της τα έστειλε να τα έχει στο καινούργιο της σπίτι.

Η Έλενα είχε αρχίσει να μην τρώει με όρεξη πια, γεγονός που το απέδιδε στην κούραση από τη δουλειά. Ούρε το σώμα της δεν το εκτιμούσε κι ας ήταν ακόμα νέα κοπέλα. Όχι ότι είχε κάποιο πρόβλημα, αλλά έβλεπε τον εαυτό της άσκημο κι αποκρουστικό. Ο ύπνος της είχε χάσει την ηρεμία του και στη δουλειά πήγαινε με το ζόρι. Εκεί η προϊσταμένη της την προσέγγισε μια μέρα και τη ρώτησε τι συμβαίνει. Η Έλενα δεν ήξερε τι να απαντήσει, αλλά η πιο έμπειρη γυναίκα την πήγε σε έναν ψυχιάτρο στο νοσοκομείο που ήξερε, για να μπορέσει η Έλενα να εκφράσει αυτά που την απασχολούσαν.

Μετά από συζήτηση μεταξύ τους, ο γιατρός της είπε πως πάσχει από κατάθλιψη και θα της συνταγογραφούσε κάποια αγωγή αντικαταθλιπτική για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τη κατάστασή της και της πρότεινε να συνεχίσουν τις συνεδρίες στο ιατρείο του. Η Έλενα, σκεπτική, βυθίστηκε για το υπόλοιπο της βάρδιας στη σιωπή της και ενώ στα κρυφά άφηνε τα δάκρυα να κυλήσουν, αναρωτιόταν πως είχε οδηγηθεί στην κατάθλιψη.

Η προϊσταμένη της έσκυψε στοργικά από πάνω της και προσπάθησε να την παρηγορήσει, μα η Έλενα χαμογέλασε συγκαταβατικά ενώ η σκέψη αυτή δεν έφευγε από το μυαλό της. Πήγε σπίτι σε κακό χάλι και εκεί που πήγε στην κουζίνα για να ετοιμάσει κάτι να φάει, παρόλο που με το ζόρι είχε βάλει κάτι στο στόμα της όλη μέρα στη δουλειά, είδε ξανά πάνω στον πάγκο το σετ με τα μαχαίρια που της είχε στείλει η μάνα της.

Πήρε ένα μεγάλο που κόβουν το κρέας και το περιεργάστηκε, αλλά σχεδόν αμέσως το άφησε ξανά πάνω στον πάγκο. Σε δυό μέρες ερχόταν τα Χριστούγεννα και την επόμενη μέρα ήταν απογευματινή. Πήγε στο μπάνιο και έκανε ένα ζεστό ντους ενώ το νερό έτρεχε πάνω στο σώμα της σχεδόν ασυναίσθητα. Τυλίχθηκε με την πετσέτα και ξαναπήγε στην κουζίνα. Πήρε ένα χαρτί που βρήκε στο τραπέζι και άρχισε να σημειώνει κάτι πάνω. Όταν τελείωσε, ξανάπιασε στο χέρι το μαχαίρι και παρατηρούσε τη γυαλιστερή του λεπίδα. ΄Αγγιξε για μια στιγμή τη μύτη του που λόγω του αιθέρα, έκοψε ένα χιλιοστό από το μήλο του δακτύλου της. Έβαλε το δάκτυλο στο στόμα, αλλά πήρε το μαχαίρι και πήγε στο δωμάτιό της.

Έψαξε τις βαλίτσες της και βρήκε που είχε φυλάξει τη φωτογραφία εκείνη με τον πρώην της που ανακάλυψε τυχαία όταν πακετάριζε στο χωριό. Την κοίταξε ξανά και το χέρι της άρχισε να τρέμει καθώς τα μάτια της έρρεαν δάκρυα καυτά πάνω στα μάγουλά της. Μέσα σε αναφυλιτά ψέλλισε ένα παράπονο αφού τον αγαπούσε και ήθελε να κάνουν οικογένεια, γιατί εκείνος την απατούσε, μα απάντηση δεν έλαβε από κανέναν, ούτε στην πραγματικότητα, μα ούτε και στη φαντασία της ακόμα.

Πήρε το μαχαίρι από δίπλα της και το κρατούσε σφιχτά με το δεξί της χέρι. Στο άλλο χέρι είχε τη φωτογραφία και τρέμοντας από την ένταση, πλησίασε το δεξί της χέρι προς το σώμα της. Μια κίνηση έκανε και το μαχαίρι έφτασε μέχρι τη καρδιά της, αφήνοντάς την νεκρή με έναν γδούμπο. Το σώμα της έμεινε ακίνητο ενώ το αίμα από το μέρος της καρδιάς έβαφε κόκκινη τη λευκή πετσέτα. Τα μάτια της ατένιζαν το άπειρο στο ταβάνι, ενώ η καρδιά είχε πάψει πια να χτυπά μετά την εισβολή του μαχαιριού μέσα της.

Την επόμενη μέρα δεν εμφανίστηκε στη δουλειά, ούτε και τις ακόλουθες και τότε η προϊσταμένη της άρχισε να την αναζητεί στο κινητό της μάταια. Κάλεσε την αστυνομία, αναφέροντάς τους την ταραχή της Έλενας την τελευταία φορά που την είχε δει πριν τα Χριστούγεννα. Οι γείτονες είχαν μέρες να την δουν ή να την ακούσουν και ο σπιτονοικοκύρης άνοιξε με το δικό του κλειδί στους αστυνομικούς που πήγαν να ερευνήσουν τι συμβαίνει. Βρήκαν ένα σημείωμα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας που έγραφε μόνο "Σας ζητώ μόνο να με συγχωρέσετε, δεν είμαι καλά τελευταία..." και στη συνέχεια ανακάλυψαν στη κρεβατοκάμαρα το πτώμα μιας νεαρής γυναίκας, περίπου 30 ετών, με ένα μαχαίρι καρφωμένο στη καρδιά. Η αιτία του θανάτου σύμφωνα με τον ιατροδικαστή αποδόθηκε σε αυτοκτονία.

Marialena, 02/12/2007

(σ.σ. Η ιστορία αυτή δεν βασίζεται σε πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις)

Monday, December 10, 2007

Μια νύχτα στο δάσος

Έφτασαν βράδυ στον προορισμό τους, μέσα από τον μικρό επαρχιακό δρόμο που τους οδήγησε σε εκείνο το χωριουδάκι μακριά από τον πολιτισμό. Το κρύο ήδη είχε κάνει αισθητή τη παρουσία του, καθώς τα δέντρα λυγούσαν στο θρόισμα του ανέμου.
Τα ρουθούνια τους ανέπνεαν επιτέλους καθαρό αέρα κι οξυγόνο από το βουνό, είχαν έλθει στο καταφύγιό τους.

Το ξύλινο σπίτι έστεκε βουβό περιτριγυρισμένο από δέντρα, στη σιγαλιά του δάσους. Τριγύρω τα γειτονικά αγροτόσπιτα είχαν και αυτά βυθιστεί στη σιωπή, η ώρα ήταν ήδη περασμένη. Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε και με προσοχή μπήκαν μέσα. Ο άνδρας άνοιξε το φως και κρατώντας από το χέρι τη γυναίκα, την οδήγησε στο καθιστικό.

«Σ’ αρέσει εδώ» τη ρώτησε, ενώ εκείνη έβλεπε για πρώτη φορά τη ξύλινη καλύβα. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και του χαμογέλασε. «Ωραία είναι…» του απάντησε, «ζεστό σπιτάκι». Εκείνος δεν έχασε καιρό και άναψε το τζάκι με τα προσανάμματα που βρήκε παραδίπλα. Οι φλόγες σιγά σιγά φώτιζαν το δωμάτιο περισσότερο και η μυρωδιά του ξύλου γινόταν ολοένα και πιο αισθητή καθώς καιγόταν.

Έβγαλαν τα πανωφόρια τους και κάθισαν στον καναπέ πίνοντας τσάι του βουνού με μέλι που βρήκαν στο ερμάριο. «Έχω να έρθω καιρό, μα το μέρος αυτό το αγαπώ πολύ» της είπε. «Έχω περάσει καλοκαίρια εδώ με τον παππού μου, αξέχαστα!» συνέχισε να λέει «τι να πρωτοθυμηθώ από τις ιστορίες που μου έλεγε παιδί…».

Τον κοίταξε μέσα στα μάτια, καθώς οι φλόγες της φωτιάς έκαναν τα μάτια τους να λάμπουν ακόμα περισσότερο. Της έπιασε το χέρι και άρχισε να το χαϊδεύει καθώς της το φιλούσε απαλά. Μια γλυκιά ανατριχίλα την συνεπήρε καθώς τα χείλη του άγγιζαν το δέρμα της. Τον κοιτούσε και όπως είχε σκύψει και της κρατούσε το χέρι, η ανατριχίλα ήταν ακόμα πιο έκδηλη. Γύρισε και την κοίταξε και εκείνος ενώ έγερνε προς το μέρος της. Πλησίασε το στόμα της και με τα χείλη του υγρά τη φίλησε με νόημα.

Εκείνη αναστέναξε αδιόρατα και τα χείλη συνέχισαν να παίζουν αναμεταξύ τους, με κάθε τους φιλί να γίνεται όλο και πιο εκφραστικό, όλο και πιο παθιασμένο. «Νεράιδα μου…» την αποκάλεσε ενώ τα σώματά τους είχαν έλθει ακόμα πιο κοντά. «Μωρό μου!» του ανταπάντησε εκείνη κλείνοντας τα μάτια. Έβγαιναν πολύ καιρό μαζί στην πόλη, εκείνος της είχε εξομολογηθεί τα αισθήματά του κι εκείνη τα αποδεχόταν, αλλά σήμερα ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν μόνοι τους και απερίσπαστοι σε εκείνο εκεί το ξύλινο σπιτάκι μέσα στο δάσος.

Της έβγαλε το πουλόβερ και φάνηκε το λευκό της δέρμα με το δαντελένιο της εσώρουχο να καλύπτει τα στήθη της. Άρχισε να την φιλάει στο στέρνο, στο λαιμό, πάνω στο στήθος ενώ εκείνη άρχισε να τρέμει από την αφύπνιση. Της χάιδεψε κάθε μαστό χωριστά, εξερευνώντας τον, ενώ ο στηθόδεσμος είχε πια δώσει τη θέση του σε δύο υπέροχα σχηματισμένα γυναικεία στήθη. Εκείνη έγειρε λίγο πίσω και οι αναστεναγμοί της βάθαιναν καθώς τα ζεστά του χέρια άγγιζαν το δέρμα στις θηλές. «Φίλησέ με…» του ζήτησε άξαφνα, «φίλησέ με σε παρακαλώ στο στήθος».

Εκείνος αχόρταγα περιεργαζόταν το κομμάτι αυτό του κορμιού της, καθώς εναλλάξ το φιλούσε και το χάιδευε, ενώ η γυναίκα σε κάθε του άγγιγμα αισθανόταν κύματα ηδονής να την πλημμυρίζουν. Άρχισε να την φιλά και στην κοιλιά και με το χέρι του ξεκούμπωσε το τζιν της. Η ζεστή του παλάμη άγγιξε τον αφαλό της και το υπογάστριο. Η συνέχεια ήταν ήδη προδιαγεγραμμένη καθώς η ηβική της χώρα ήταν η επόμενη του κίνηση. Του σήκωσε τα χέρια να βγάλει και το δικό του πουκάμισο. Ο ανδρικός κορμός αποκαλύφθηκε και στα δικά της μάτια. Άπλωσε τα χέρια της και τα τύλιξε στον λαιμό του ενώ τον φιλούσε πίσω από το αυτί και ανάσαινε με βαθιές αναπνοές. Το χέρι του έφτασε στη ζεστή φωλιά της και μια κίνησή του μόνο έφτασε για να αντιληφθούν και οι δύο πόσο το κορμί της αποζητούσε την επαφή με αυτόν τον άνδρα. «Χάιδεψέ με μωρό μου, χάιδεψέ με…» τον ικέτεψε ενώ το σώμα της είχε αρχίσει να συσπάται από τα ερεθίσματα. «Σ’ αρέσει νεράιδα μου, σ’ αρέσει?» τη ρώτησε, για να εισπράξει ένα βαθύτερο βογκητό ως απάντηση από τη μεριά της.

Εκείνη το λάτρευε το σεξ, την ανθρώπινη επαφή, την ένωση των δύο σωμάτων όταν συνέβαινε. Απλά ίσως ο κώδικας ηθικής της, ίσως οι αναστολές της, συχνά δεν την άφηναν να εκδηλώσει την πραγματική της ανάγκη, καλύπτοντας το πάθος πίσω από ένα πέπλο συστολής και αμηχανίας. Απόψε όμως, τίποτε δεν είχε σημασία εκτός από αυτό που γινόταν μεταξύ τους, η αίσθηση της ανακάλυψης, της χαρτογράφησης του σώματος του άλλου ανθρώπου μέσα από την επαφή τους. Ήθελε από καιρό να έλθουν πιο κοντά και τώρα τίποτε άλλο δεν είχε σημασία.

Εκείνος τη θαύμαζε, τη ποθούσε, ήθελε να την κάνει δικιά του ως γνήσιο αρσενικό που ήταν. Λεκτικά της είχε εκδηλώσει πόσο την ήθελε, αλλά μέχρι τώρα οι συνθήκες δεν το έκαναν δυνατό, μέχρι που έφυγαν για σαββατοκύριακο στο βουνό και βρέθηκαν οι δυο τους στο δάσος. Της αφαίρεσε και τα υπόλοιπα ρούχα αφήνοντάς την γυμνή να φωτίζεται από τις φλόγες του τζακιού, ως άλλη αναδυόμενη Αφροδίτη του Μποτιτσέλι. Έβγαλε και τα δικά του, αποκαλύπτοντας και τη δική του γύμνια εμπρός της, μοιάζοντας με τους πρωτόπλαστους στον Παράδεισο. Η παλάμη της αγκάλιασε το όργανό του, ενώ είχε ήδη ξεπροβάλλει περήφανο και έτοιμο για όλα. Παλλόταν στη χούφτα της ενώ εκείνος γευόταν τους χυμούς του κορμιού της.

«Θέλω να σε νιώσω μέσα μου» του είπε ψιθυριστά ενώ είχε φτάσει να ποθεί την ολοκλήρωση της επαφής μαζί του. Την κοίταξε όπως ο λύκος στοχεύει στη λεία του και σιωπηλός μα αποφασισμένος έκανε αυτό που του ζήτησε. Εκείνη νιώθοντας την αίσθηση του άνδρα μέσα της, γαλήνεψε για λίγο και με τα μάτια μισάνοιχτα τον έβλεπε φωτισμένο να επιτελεί την κίνηση της προαιώνιας ένωσης ανάμεσά τους.
Δεν μπορούσε πια να κρατηθεί άλλο και άφησε τον εαυτό της ελεύθερο στον έρωτά τους. Η αναπνοή της πια ακουγόταν βαθιά και μικροί αναστεναγμοί έβγαιναν από μέσα της ενώ η παλινδρομική κίνηση τη γέμιζε με ενέργεια. Έκλεισε τα μάτια της και χάθηκε μέσα στο ρίγος του ηδονικού της σπασμού, ενώ εκείνος πλησίαζε περισσότερο στα έγκατα της σπηλιάς της. Για ένα δευτερόλεπτο, η γυναίκα ένιωσε να χάνει τον κόσμο γύρω της και να προβάλλει στο μυαλό η εικόνα μιας άλλης πραγματικότητας. Μια κραυγή βγήκε από το στόμα της, δηλώνοντας πως ο οργασμός την είχε κατακλύσει. Εκείνος κατάκοπος και κάθιδρος έγειρε πάνω της ενώ λίγο μετά αποτραβιόταν από μέσα της έχοντας κορυφώσει με τη σειρά του.

«Έλα εδώ» του είπε, «έλα στην αγκαλιά μου» και άνοιξε τα χέρια της να τον δεχτεί στο νοτισμένο της στέρνο. Με την ανάσα του ακόμα κοφτή ξάπλωσε πάνω της, ενώ το σώμα του βάραινε καθώς τα λεπτά κυλούσαν. Του χάιδεψε τα μαλλιά, το κεφάλι, τη πλάτη, ενώ ένιωθε την αίσθηση της πληρότητας που της είχε λείψει πολύ καιρό από τη ζωή της. Τον φίλησε τρυφερά στην κορυφή του κεφαλιού του ενώ συνέχισε να τον κρατά στην αγκαλιά της. Ήθελε να του πει πολλά, μα οι λέξεις απλά δεν έβγαιναν από μέσα της. Γύρισε το κεφάλι του και την κοίταξε «τώρα είσαι δική μου νεράιδα μου» της αποκρίθηκε προσθέτοντας «μόνο δική μου τώρα πια» με μια αίσθηση θριάμβου και επιβεβαίωσης από μέρους του! Εκείνη κοίταξε το ταβάνι και μετά εκείνον που κρατούσε στα χέρια της και του απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη «ναι είμαι δική σου τώρα πια, μόνο μην με αφήσεις, κράτα με…» και τότε ένιωσε αγάπη να την πλημμυρίζει και τα μάτια της βούρκωσαν καθώς τα χείλη τρέμοντας, έλεγαν αυτά τα λόγια.



© Marialena, 13/10/2007 (στον Jean, που θα μπορούσε να ήταν ο ήρωας της ιστορίας, αλλά δεν το θέλησε ποτέ να γίνει...)

Wednesday, November 28, 2007

Θα με παντρευτείς?

Δυο χρόνια είχαν περάσει από τότε που την πρωτοσυνάντησε, ένα καλοκαίρι κατά τ' άλλα ανύποπτο. Εκείνος είχε επιστρέψει στη γη των προγόνων του να βρει τις ρίζες του, κάπου στη Νότια Ιταλία, ενώ εκείνη απλά έκανε διακοπές στον τόπο καταγωγής της κι έτσι οι ζωές τους διασταυρώθηκαν.

Το όνειρο του μεσήλικα πια, Ρόσσι, ήταν να αφήσει την Αμερική, όπου οι παππούδες του είχαν μεταναστεύσει στις αρχές του 20ου αιώνα σε αναζήτηση καλύτερης τύχης και να επιστρέψει παίρνοντας τη σύνταξή του στα παράλια της Mare Jonico για να ζήσει εκεί που πάντα αποζητούσε να επιστρέψει. Δεν είχε παντρευτεί ποτέ στην Αμερική, λέγοντας πως εξαιτίας της μεσογειακής του κατατομής, οι γυναίκες δεν τον προτιμούσαν παρά στρεφόταν προς άνδρες που αντιπροσώπευαν το αγγλοσαξωνικό πρότυπο, παρά προς τους "Λατίνους εραστές" που νόμιζε πως ήταν ένας από αυτούς. Γι' αυτό και είχε πλάσει στο μυαλό του πως επιστρέφοντας στην Ιταλία, θα έβρισκε μιαν Ιταλίδα να παντρευτεί και να κάνει παιδιά, παρά τα 50+ χρόνια που μετρούσε στη πλάτη του.

Η Μπιάνκα ήταν γέννημα θρέμα Ιταλίδα, με καταγωγή από τον Νότο κι εκείνη, τριαντάρα που ζούσε στη Ρώμη. Ωραία γυναίκα, με εκείνον τον αέρα που μόνον οι Ιταλίδες έχουν στο ντύσιμο και στη συμπεριφορά τους, ξεχωρίζοντας από τις υπόλοιπες Ευρωπαίες. Για τον Ρόσσι ήταν μάννα εξ ουρανού η γνωριμία με τη Μπιάνκα. Επιτέλους το όνειρό του θα αποκτούσε σάρκα και οστά εφόσον ανταποκρινόταν η Μπιάνκα στα αισθήματά του! Παρέβλεπε όμως μια λεπτομέρεια στο όλο σκηνικό: η Μπιάνκα έβλεπε και κάποιον άλλον παράλληλα.

Τον έλεγαν Μάουρο και ζούσε στο Μιλάνο. Είχαν σχέση εδώ και τρία χρόνια και εκείνη τον επισκεπτόταν κάθε δεκαπενθήμερο. Παρόλο που εκείνη έλεγε πως δεν της άρεσε το Μιλάνο καθόλου για να ζήσει εκεί, η επαφή τους συνεχίζονταν κανονικά.

Ο Ρόσσι με κάθε ευκαιρία επέστρεφε στην Ιταλία, είτε λόγω δουλειάς, είτε για διακοπές κι έτσι δεν έχανε ευκαιρία να συναντηθεί με τη Μπιάνκα. Όταν μάλιστα έλαβε και μια τιμητική διάκριση στην Αμερική, την προσκάλεσε να παρευρεθεί στην τελετή. Η Μπιάνκα πήγε και εκείνος ενθουσιάστηκε με την παρουσία της! Περνούσαν τον καιρό τους στα τεράστια εμπορικά κέντρα, ενώ η Μπιάνκα ψώνιζε και απολάμβανε τη φιλοξενεία του Ρόσσι. Όταν βρέθηκαν μπροστά από τη βιτρίνα του κοσμηματοπωλείου "Tiffany's", εκείνη κοντοστάθηκε και η ματιά της έπεσε στα μονόπετρα δακτυλίδια αρραβώνων. "Θέλω κάτι όμορφο και απλό, Ρόσσι" του είπε και τότε ο Ρόσσι χωρίς δεύτερη σκέψη, την οδήγησε μέσα στο κατάστημα για να πάρει μέτρα για το δακτυλίδι. Λίγες μέρες αργότερα η Μπιάνκα επέστρεψε στη Ρώμη.

Δεν πέρασε πολύς καιρός πριν ο Ρόσσι από τηλεφώνου, άφησε να εννοηθεί ότι είχε κάτι σημαντικό να της ανακοινώσει και εκείνη του πρότεινε να έλθει στην Ιταλία για να της το πει από κοντά. Άφησε τη δουλειά του και πήγε να την συναντήσει στη Ρώμη, έτοιμος να μοιραστεί μαζί της τον σκοπό για τον οποίο είχε επιστρέψει για μιαν ακόμη φορά στην Ιταλία. Με διάφορες δικαιολογίες δεν μπόρεσαν να βρεθούν ποτέ μόνοι τους στη Ρώμη και η Μπιάνκα μετέθεσε το δείπνο για όταν θα επισκεπτόταν από κοινού τη Νάπολη, ενώ στο κινητό της έπαιρνε συχνά ο Μάουρο.

Στη Νάπολη ο Ρόσσι γνώρισε και τους γονείς της Μπιάνκα και πίστεψε πως η συμπάθεια μεταξύ τους ήταν αμοιβαία. Εν τέλει, η ώρα του δείπνου τετ-α-τετ έφτασε και ο Ρόσσι με περισσή επισημότητα έβγαλε από την τσέπη του ένα κομμάτι χαρτί και άρχισε να διαβάζει τι είχε γράψει.

Η Μπιάνκα τον άκουγε αμίλητη, ώσπου εκείνος φανέρωσε ένα αμπαλαρισμένο κουτάκι κοσμηματοπωλείου. Είχε επιστρέψει στο Tiffany's για να της αγοράσει δακτυλίδι αρραβώνων, όπως εκείνη το είχε ζητήσει! Ούτε να ανοίξει το περιτύλιγμα η Μπιάνκα, ούτε καν που πλησίασε το χέρι της να δει τι είναι. "Ξέρεις, Ρόσσι, τη προηγούμενη εβδομάδα μου έκανε πρόταση γάμου ο Μάουρο και δεν του έχω απαντήσει ακόμα", του αποκρίθηκε μόνο ζητώντας ένα αντίγραφο από τη πρόταση γάμου που είχε γράψει για εκείνη και με την υπόσχεση ότι θα παραμείνουν φίλοι.

Ο Ρόσσι διέκοψε τη διαμονή του στην Ιταλία και επέστρεψε αμέσως μετά στην Αμερική, με το δακτυλίδι στις αποσκευές του. Ήλπιζε πως θα επικρατούσε του αντιπάλου του Μάουρο, στη καρδιά της Μπιάνκα και πως θα στεφόταν εκείνος νικητής στα αισθήματά της, έστω και αν το τηλέφωνο είχε πάψει πια να εμφανίζει το νούμερό της στην οθόνη και να ανταλάσσουν μηνύματα, όπως πρωτίτερα.



Μαριαλένα, 11/08/2007 (βασισμένο σε αληθινή ιστορία)

Wednesday, November 21, 2007

Motel Γαλήνη

"Ευφροσύνη, γιατί αργείς?" ακούστηκε από την εξώπορτα του διαμερίσματος μια φωνή. "που είσαι επιτέλους?"
"Τώρα, τα κλειδιά μου να βρω μητέρα" απάντησε αγχωμένα η Ευφροσύνη από την άλλη άκρη "...τα κλειδιά μου ψάχνω!"

Η κυρία Βασιλική στεκόταν ανυπόμονα στη πόρτα με τη τσάντα της στο χέρι. "Θα χάσουμε το πούλμαν έτσι όπως πας, κανόνισε!" συμπλήρωσε, ενώ στο άλλο δωμάτιο η κόρη απλά ξεφυσούσε. Θα πήγαιναν στην Αιδηψό για να κάνει τα ιαματικά της μπάνια η κυρία Βασιλική, όπως κάθε χρόνο. Ο πατέρας, ταγματάρχης του ελληνοιταλικού πολέμου, τους είχε αφήσει χρόνους, πολλά χρόνια πριν και οι δυο γυναίκες ήταν τώρα ότι είχε απομείνει από την οικογένεια. Ενας γυιός μεγαλύτερος, ζούσε παντρεμένος στην επαρχία και σπανίως έδινε το παρών στο πατρικό του.

Η κυρία Βασιλική είχε πατήσει για τα καλά τα 80 και της, αλλά δεν το έβαζε κάτω. Στο τριάρι που της είχε αφήσει κληρονομιά ο συγχωρεμένος, σε μια πολυκατοικία του '50 σε μια πάροδο της Αχαρνών, πίστευε πως ήταν κυρά και αφέντρα, όντας και κυρία ταγματάρχου παρακαλώ. Πληθωρική όσο δεν έπαιρνε, αν κι είχε αρχίσει να βαρυακούει, γλώσσα δεν έβαζε μέσα.

Στον αντίποδα βρισκόταν η Ευφροσύνη στα σαράντα φεύγα της. Δημόσιος υπάλληλος, ανύπαντρη, ζούσε ή μήπως γηροκομούσε τη μητέρα της όλα αυτά τα χρόνια? Ήσυχος άνθρωπος, εσωστρεφής και μαζεμένη σ' ό,τι έκανε, άκουγε τη μάνα της να επαναλαμβάνει τη καραμέλα "του να παντρευτεί έναν άνθρωπο της τάξεώς μας", ενώ εκείνη είχε πάψει να πιστεύει στην ιδέα μετά από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες στο παρελθόν. Τώρα πια έλεγε πως δεν την αφορούσε κάτι τέτοιο, έστω και αν κατά βάθος πάντοτε ήλπιζε.

Έφευγαν λοιπόν οι δυό γυναίκες από την Αθήνα μεσούντος του καλοκαιριού, για να κάνει η κυρία Βασιλική τα μπάνια της στην Αιδηψό για τα ρευματικά της. Το παλιό διαμέρισμα με την εσάνς περασμένων δεκαετιών όπου και αν έστρεφες το βλέμμα σου, σφαλιζόταν επιτακτικά και η Ευφροσύνη με τις αποσκευές στο χέρι , κλείδωνε την είσοδο υπό το άγρυπνο βλέμμα της μητέρας της.

Το πούλμαν έφτασε στην ώρα του στο σημείο συνάντησης και η μάνα μαζί με την κόρη επιβιβάστηκαν στο "τσίρκο της χαράς". Ευτυχώς που η κυρία Βασιλική βρήκε κάποιες κυρίες να συζητούν περί ανέμων και υδάτων και έτσι άφησε την Ευφροσύνη στην ησυχία της για όσο ταξίδευαν.

Η Αιδηψός ήταν μέρος γνώριμο από παλιά στην Ευφροσύνη. Από τότε σχεδόν που πέθανε ο πατέρας της, εδώ και είκοσι χρόνια, η μητέρα της είχε καθιερώσει την ετήσια επίσκεψη στα λουτρά με την Ευφροσύνη από δίπλα να συνοδεύει τη μαμά στα μπάνια. Για δέκα μέρες η ρουτίνα γνωστή και επαναλαμβανόμενη, δέκα ολόκληρες μέρες υπομονής και απραξίας για την ίδια, τη γηροκομίζουσα κόρη.

Θα έμεναν όπως πάντα στο "Motel Γαλήνη", κοντά στα λουτρά. Οικογενειακό ξενοδοχείο, ήσυχο και περιποιημένο. Με τους ιδιοκτήτες είχαν γνωριστεί και η κυρία Βασιλική δεν άλλαζε εύκολα τη βολή της. Τι κι αν η διακόσμηση έμοιαζε με τα οικήματα του θερέτρου του Αγίου Ανδρέα του Στρατού, όπου παραθέριζε παιδί λόγω του στρατιωτικού πατέρα της η Ευφροσύνη, αυτή αίσθηση της φορμάικας τη κυνηγούσε και εδώ ακόμα.

Τακτοποιήθηκαν στο δωμάτιο κι έπειτα κατέβηκαν για φαγητό στο εστιατόριο. Μερικοί συνταξιούχοι γευμάτιζαν στη τραπεζαρία, άλλοι ήσυχα, άλλοι μιλώντας δυνατά γιατί δεν άκουγαν τι λέει ο ένας στον άλλον, κλασσικό το σκηνικό. Η Ευφροσύνη κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι, δέκα μέρες ήταν αυτές, θα περνούσαν όπως και να χει. Η μάνα της δίπλα κελαηδούσε μέχρι να αποφασίσει τι θα παραγγείλει και η Ευφροσύνη απλά χάζευε.

Τη νιρβάνα της διέκοψε μια ανδρική φωνή ευγενική και πρωτόγνωρη. "Είστε έτοιμες να παραγγείλετε?" ρώτησε ένας κοντούλης μελαχροινός σερβιτόρος με το μπλοκάκι στο χέρι. "Μπα! καινούργιος είσαι εσύ?" ανταπάντησε η κυρία Βασιλική, "πρώτη φορά σε βλέπω εδώ, ξένος είσαι?" "Μητέρα, άσε ήσυχο τον άνθρωπο" πετάχτηκε η Ευφροσύνη, "ανάκριση του κάνεις?" "Γιατί, κακό είναι που ρωτάω?" απάντησε με στόμφο η μητέρα. "Από Βουλγαρία είμαι κυρία" απάντησε ο άνδρας, "είμαι χρόνια στην Ελλάδα". Τις κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο και ύστερα με το μπλοκάκι στο χέρι τις ξαναρώτησε: "τι να σας φέρω να φάτε?"

Καθώς το γκαρσόνι έφυγε με την παραγγελία σημειωμένη, η κυρία Βασιλική έκανε το σχόλιό της "Μετανάστες παιδί μου, τι περιμένεις! Εχει γεμίσει ο κόσμος από δαύτους!" "Μητέρα, παραφέρεστε!" απάντησε αυστηρά η Ευφροσύνη "τι σας έκανε ο άνθρωπος, το ψωμί του βγάζει" κι άρχισε να κουνάει νευρικά τα δάκτυλά της στο τραπέζι. "Για όνομα μητέρα, μην αρχίσετε τη μουρμούρα. Εδώ ήλθαμε να φάμε...". "Ξέρω εγώ, έννοια σου..." πήγε να πει η γηραιά κυρία αντεπιτιθέμενη, μα η θέα του φαγητού της έκοψε την φόρα για ένα ακόμη λογίδριο.

Κι ενώ η κυρία Βασιλική είχε ανέβει στο δωμάτιό της να ξεκουραστεί, βραδάκι ήταν όταν η Ευφροσύνη θέλησε να πιεί ένα ποτό στη καφετέρια του ξενοδοχείου. Ο ίδιος σερβιτόρος ήταν εκεί, στον πάγκο του μπαρ αυτή τη φορά. "Τι θα πάρετε?" με τη βαριά ξενική του προφορά. "Α! καλησπέρα, εσείς είστε!" έκανε έκπληκτη η Ευφροσύνη. "Ένα κοκταίηλ θα θελα και συγνώμη για τη μητέρα μου", συμπλήρωσε διστακτικά, "για το σχόλιο της μητέρας μου εννοώ στο εστιατόριο...". "Δεν πειράζει, συνήθισα πια" απάντησε εκείνος "τόσα χρόνια εδώ, τα ίδια ακούω!"

Της έφερε το κοκταίηλ και η Ευφροσύνη έπινε γουλιά γουλιά ακούγωντας τη μουσική από τα μεγάφωνα, ενώ αφηρημένα κοίταγε την κίνσηση στο δρόμο απέναντι. Πλήρωσε, καληνύχτισε κι έφυγε λίγο αργότερα. Δεν είχε άλλωστε κάτι άλλο να κάνει και ανέβηκε στο δωμάτιό της, με τη μητέρα της να κοιμάται βαθιά. Ξαναπήγε στο μπαράκι η Ευφροσύνη και τις επόμενες ημέρες, ενόσω η κυρία Βασιλική αποχωρούσε στη κάμαρή της. Ο σερβιτόρος τα βράδυα ήταν πάντα εκεί στο πόστο του και άρχισαν να μιλάνε. Τον έλεγαν Ιβάν και ήταν περίπου δέκα χρόνια στην Ελλάδα. Με πολύ κόπο έβγαλε άδεια παραμονής για να δουλεύει νόμιμα και πάλι, το να βγάζει τα προς το ζην ήταν το κύριο μελημά του. Μουσικός, είχε σπουδάσει στη Σόφια, μα οι καιροί ήταν δύσκολοι και αναγκάστηκε να φύγει στην Ελλάδα για να ζήσει. Χάρηκε η Ευφροσύνη με τα γαλλικά και το πιάνο της, τουλάχιστον μιλούσε με κάποιον με μουσική παιδεία, όπως και εκείνη.

Και το φεγγάρι το αυγουστιάτικο χαράχτηκε μια νύχτα πάνω από τα νερά του Ευβοϊκού και η Ευφροσύνη ύπνο δεν είχε εκείνη τη βραδυά ανεξήγητα. Ενώ είχε ξαπλώσει, το κρεββάτι δεν τη κρατούσε ξαπλωμένη. Ντύθηκε ξανά και κατέβηκε στη παραλία απέναντι από το ξενοδοχείο. Απέναντι, το φεγγάρι φωτίζε με τη λάμψη του τα νερά και έφεγγε στις σιλουέτες που σχηματίζονταν με την αντανάκλασή του.

Η Ευφροσύνη βρήκε ένα μέρος στην άμμο να καθήσει και μέσα στο μισοσκόταδο να ατενίζει τον ολόφωτο δίσκο στο βάθος του ουρανού. Πόση ώρα βρισκόταν εκεί δεν ήξερε, μα άξαφνα μια γνώριμη φωνή διέκοψε την ονειροπώλησή της. "Δεν κρυώνεις?" τη ρώτησε ο Ιβάν, "έχει υγρασία τέτοια ώρα...". Εκείνη του χαμογέλασε, "έχει σημασία, τι κάνεις ξύπνιος τέτοια ώρα?" "Σε είδα που ερχόσουν μόνη στη παραλία και ανησύχησα" της απάντησε εκείνος δειλά. "Σίγουρα δεν κρυώνεις?" τη ξαναρώτησε. "Λιγάκι, τώρα που το λες.." απάντησε η Ευφροσύνη. Ο Ιβάν έβγαλε το πουκάμισό του και της το πέρασε στους ώμους, έμεινε με το φανελλάκι να την κοιτάει. "Κάτσε λίγο Ιβάν, αν θέλεις" του είπε εκείνη, κάνοντας χώρο δίπλα της. "Φεύγω αύριο, οι μέρες τελείωσαν για φέτος" του είπε με μια δόση μελαγχολίας, "από αύριο γυρίζω Αθήνα". Ο Ιβάν δε μίλησε, μα μόνο τη κοιτούσε. "Πες κάτι, οτιδήποτε.." τον παρακάλεσε.

Εκείνος τραγούδησε ένα τραγούδι στη γλώσσα του κι έπειτα έσκυψε και την φίλησε. Τον αγκάλιασε κι εκείνη και τα χείλη τους ενώθηκαν ξανά με λαχτάρα κάτω από την Πανσέληνο. Τα μπράτσα του σαν δίκτυ ασφαλείας, ενώ της μιλούσε τρυφερά στα βουλγάρικα. Κι ύστερα σιωπή, κι ύστερα ξανά ένα φιλί που δεν έλεγε να τελειώσει κι ύστερα ένα δάκρυ ή μήπως άμμος που μπήκε στα μάτια?

Σηκώθηκαν κι έφτασαν στην είσοδο του Motel Γαλήνη. "Δεν είμαι μόνη στο δωμάτιο" του είπε εκείνη, "ούτε κι εγώ, λυπάμαι" της είπε ο Ιβάν. Αγκαλιάστηκαν ξανά σε μια σφιχτή, απελπισμένη αγκαλιά και έπειτα ο καθένας πήγε στο δωμάτιό του δίχως να πει τίποτα άλλο.

Το ξημέρωμα βρήκε την Ευφροσύνη μισοξύπνια μετά από τη νύχτα που πέρασε. Μάζεψε και πάλι τις αποσκευές και κατέβηκαν με τη μητέρα της για πρωϊνό. Ο Ιβάν ήταν εκεί, με τα μάτια του να φανερώνουν τι είχε προηγηθεί λίγες ώρες πριν. Τον κοίταξε και του χαμογέλασε ενώ σερβιριζόταν στο μπουφέ. Εκείνος έφτασε στο τραπέζι του με τον καφέ στον δίσκο. "Ο καφές σας" τους είπε, ενώ άφηνε τα φλιτζάνια στο πλάι της. "Σ' ευχαριστούμε" του είπε η Ευφροσύνη και πρόσθεσε χαμηλόφωνα "... σ' ευχαριστώ για όλα Ιβάν". "Κι εγώ ευχαριστώ κυρία" απάντησε εκείνος πιο τυπικά, μα με χαμόγελο στο πρόσωπό του. "Αμάν αυτοί οι μετανάστες κόρη μου!" πετάχτηκε η κυρία Βασιλική. "Γιατί τον ευχαριστείς, τη δουλειά του κάνει!"

Η Ευφροσύνη ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της καθώς έβλεπε τον Ιβάν να απομακρύνεται. Δεν απάντησε στη μητέρα της, είχε βαρεθεί πια τα ίδια και τα ίδια. Έκλεισε τα μάτια και το τραγούδι του Ιβάν ήχησε ξανά στ' αυτιά της, αλήθεια ή ψέμματα, δεν είχε πια καμμιά σημασία.

Μαριαλένα, 14/08/2007